Έχετε παρατηρήσει ότι η φωνή σας αλλάζει ανάλογα με το ποιον έχετε απέναντί σας; Με έναν στενό φίλο μπορεί να μιλάτε γρήγορα, δυνατά και αυθόρμητα, ενώ σε μια επαγγελματική συζήτηση ο τόνος σας γίνεται πιο σταθερός και προσεκτικός.
Αντίστοιχα, όταν μιλάτε σε ένα παιδί, μπορεί ασυναίσθητα να ανεβάζετε τον τόνο της φωνής σας, να μιλάτε πιο αργά ή να χρησιμοποιείτε πιο έντονες εκφράσεις.
Οι αλλαγές αυτές είναι τόσο συνηθισμένες, ώστε τις περισσότερες φορές δεν τις αντιλαμβανόμαστε καν. Ωστόσο, η ψυχολογία και η έρευνα γύρω από την ανθρώπινη επικοινωνία δείχνουν ότι η φωνή δεν είναι απλώς ένα μέσο μεταφοράς λέξεων. Μπορεί να λειτουργεί και ως εργαλείο κοινωνικής προσαρμογής.
Η φωνή προσαρμόζεται ανάλογα με τον άνθρωπο απέναντί μας
Η Θεωρία Προσαρμογής στην Επικοινωνία, που αναπτύχθηκε από τον ψυχολόγο Howard Giles, επιχειρεί να εξηγήσει γιατί οι άνθρωποι αλλάζουν τον τρόπο με τον οποίο επικοινωνούν κατά τη διάρκεια μιας κοινωνικής αλληλεπίδρασης.
Η προσαρμογή δεν αφορά μόνο τον τόνο της φωνής. Μπορεί να περιλαμβάνει τον ρυθμό της ομιλίας, την ένταση, την προφορά, τις παύσεις, το λεξιλόγιο αλλά και το γενικότερο ύφος της συζήτησης.
Έτσι, κάποιος μπορεί μέσα σε λίγα λεπτά να περάσει από μια χαλαρή και εκφραστική συζήτηση με έναν φίλο σε έναν περισσότερο επίσημο τρόπο ομιλίας όταν απαντήσει σε ένα επαγγελματικό τηλεφώνημα.
Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι «υποδύεται» έναν διαφορετικό χαρακτήρα. Αντίθετα, μπορεί απλώς να αναγνωρίζει ότι έχει αλλάξει το κοινωνικό πλαίσιο.
Όταν η φωνή «έρχεται πιο κοντά» στον συνομιλητή
Ένας από τους βασικούς όρους της θεωρίας είναι η σύγκλιση. Πρόκειται για την τάση των ανθρώπων να προσαρμόζουν ορισμένα χαρακτηριστικά της ομιλίας τους ώστε να πλησιάζουν περισσότερο τον τρόπο επικοινωνίας του συνομιλητή τους.
Για παράδειγμα, αν κάποιος μιλά αργά και ήρεμα, ο συνομιλητής του μπορεί σταδιακά να επιβραδύνει και ο ίδιος τον ρυθμό της ομιλίας του και να χαμηλώσει την έντασή του.
Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτή η διαδικασία δεν είναι απαραίτητα συνειδητή. Δεν σκεφτόμαστε συνήθως «τώρα θα μιλήσω όπως μιλάει ο άλλος». Η προσαρμογή μπορεί να συμβεί αυθόρμητα, καθώς ο εγκέφαλος επεξεργάζεται συνεχώς πληροφορίες για το άτομο που έχουμε απέναντί μας και για τη συγκεκριμένη κατάσταση.
Η κοινωνική προσαρμογή, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι προσπαθούμε πάντοτε να μοιάσουμε στον συνομιλητή μας.
Σε ορισμένες περιπτώσεις συμβαίνει το αντίθετο. Οι άνθρωποι αποκλίνουν σκόπιμα ή ασυνείδητα από το ύφος του άλλου.
Ένας επαγγελματίας, για παράδειγμα, μπορεί να διατηρήσει έναν επίσημο τόνο όταν συνομιλεί με έναν πελάτη που χρησιμοποιεί πολύ χαλαρή γλώσσα. Ένας έφηβος μπορεί επίσης να μιλά εντελώς διαφορετικά με τους φίλους του σε σχέση με τον τρόπο που απευθύνεται σε έναν καθηγητή.
Η απόσταση αυτή δεν σημαίνει απαραίτητα εχθρότητα. Μπορεί να αποτελεί τρόπο έκφρασης της κοινωνικής ταυτότητας, του ρόλου ή των ορίων που θέλει να διατηρήσει κάποιος.
Γιατί αποκτούμε «φωνή εργασίας»
Έχετε πιθανότατα παρατηρήσει ότι αρκετοί άνθρωποι διαθέτουν μια χαρακτηριστική «φωνή εργασίας».
Στο τηλέφωνο της δουλειάς μπορεί να ακούγονται πιο ήρεμοι, ευγενικοί και επίσημοι. Λίγα λεπτά αργότερα, όταν τηλεφωνούν σε έναν φίλο ή συγγενή, η φωνή τους γίνεται πιο αυθόρμητη, γρήγορη και εκφραστική.
Μια ακόμη θεωρία, ο «Σχεδιασμός του Ακροατηρίου» του κοινωνιογλωσσολόγου Allan Bell, υποστηρίζει ότι ο τρόπος με τον οποίο μιλάμε επηρεάζεται σε σημαντικό βαθμό από το κοινό στο οποίο απευθυνόμαστε.
Με απλά λόγια, όταν αλλάζει ο ακροατής, μπορεί να αλλάξει και ο τρόπος που μιλάμε.
Διαφορετικοί κοινωνικοί ρόλοι, διαφορετικός τρόπος επικοινωνίας
Οι άνθρωποι έχουν πολλούς διαφορετικούς κοινωνικούς ρόλους. Μπορεί την ίδια ημέρα να είναι εργαζόμενοι, φίλοι, γονείς, σύντροφοι, παιδιά ή πελάτες.
Κάθε ένας από αυτούς τους ρόλους συνοδεύεται από διαφορετικές προσδοκίες και κανόνες συμπεριφοράς. Έτσι, η φωνή μπορεί να αλλάζει μαζί με τον ρόλο.
Κάποιος μπορεί να χρησιμοποιεί πιο αποφασιστικό και σταθερό τόνο σε μία συνάντηση, ενώ λίγες ώρες αργότερα να γίνεται παιχνιδιάρης και εκφραστικός όταν μιλά σε ένα μικρό παιδί.
Η προσωπικότητα δεν χρειάζεται να έχει αλλάξει. Αυτό που έχει αλλάξει είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο εκφράζεται.
Η αλλαγή της φωνής μπορεί να βοηθά και στην κατανόηση
Δεν προσαρμόζουμε πάντα τον τρόπο που μιλάμε για να δημιουργήσουμε κοινωνική σύνδεση. Μερικές φορές το κάνουμε με σκοπό να γίνει η επικοινωνία ευκολότερη.
Όταν μιλάμε με έναν άνθρωπο που δυσκολεύεται να ακούσει, μπορεί αυθόρμητα να μιλήσουμε πιο αργά, να αρθρώσουμε καλύτερα ή να αυξήσουμε την ένταση της φωνής μας.
Αντίστοιχα, όταν απευθυνόμαστε σε ένα μικρό παιδί, συχνά χρησιμοποιούμε μικρότερες προτάσεις, πιο έντονη άρθρωση και διαφορετικό τόνο.
Πρόκειται ουσιαστικά για μια μορφή κοινωνικού συντονισμού, όπου προσαρμόζουμε την επικοινωνία μας στις ανάγκες του ανθρώπου που βρίσκεται απέναντί μας.
Γιατί συχνά δεν αντιλαμβανόμαστε ότι το κάνουμε
Ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι πολλές από αυτές τις αλλαγές πραγματοποιούνται χωρίς συνειδητή απόφαση.
Γι' αυτό και αρκετοί άνθρωποι εκπλήσσονται όταν ακούν τον εαυτό τους ηχογραφημένο σε διαφορετικές κοινωνικές περιστάσεις. Μπορεί να συνειδητοποιήσουν ότι η φωνή τους σε μια επαγγελματική συνομιλία δεν μοιάζει καθόλου με εκείνη που χρησιμοποιούν στο σπίτι.
Ο εγκέφαλος λαμβάνει συνεχώς πληροφορίες για το ποιος βρίσκεται απέναντί μας, ποια είναι η σχέση μας μαζί του, πού βρισκόμαστε και ποιος είναι ο σκοπός της συζήτησης. Ο τρόπος ομιλίας μπορεί να προσαρμόζεται αυτόματα σε όλα αυτά τα δεδομένα.
Το να αλλάζετε φωνή δεν σημαίνει ότι είστε «ψεύτικοι»
Η αλλαγή στον τρόπο ομιλίας δεν αποτελεί από μόνη της ένδειξη ότι κάποιος δεν είναι αυθεντικός.
Αντίθετα, η ικανότητα να προσαρμόζουμε την επικοινωνία μας σε διαφορετικούς ανθρώπους και καταστάσεις μπορεί να αποτελεί στοιχείο κοινωνικής ευελιξίας.
Άλλωστε, είναι απολύτως φυσιολογικό να μιλάμε διαφορετικά σε έναν γιατρό, έναν εργοδότη, έναν στενό φίλο, ένα παιδί ή ένα μέλος της οικογένειάς μας.
Το σημαντικό δεν είναι αν διαθέτουμε διαφορετικά στυλ επικοινωνίας, αλλά αν μπορούμε να εκφραζόμαστε με άνεση και να διατηρούμε μια σταθερή αίσθηση του εαυτού μας.






























