Πολλοί ενήλικες περιγράφουν τον εαυτό τους ως «μη δημιουργικό», σαν να πρόκειται για ένα σταθερό και αμετάβλητο χαρακτηριστικό.
Όταν όμως τους ζητηθεί να εξηγήσουν γιατί το πιστεύουν, συχνά επιστρέφουν σε μια συγκεκριμένη στιγμή της παιδικής τους ηλικίας: έναν δάσκαλο που επέκρινε μια ζωγραφιά, ένα σχόλιο από γονέα, μια σύγκριση με κάποιο «πιο ταλαντούχο» παιδί. Εκείνη η στιγμή, όσο μικρή κι αν ήταν αντικειμενικά, απέκτησε τεράστια σημασία.
Η παιδική ηλικία είναι μια περίοδος όπου η ταυτότητα διαμορφώνεται μέσα από εξωτερικές φωνές. Ένα αρνητικό σχόλιο μπορεί να ριζώσει βαθιά και να μετατραπεί σε εσωτερική πεποίθηση: «δεν είμαι καλός σε αυτό», «δεν έχω φαντασία», «η δημιουργικότητα δεν είναι για μένα». Με τα χρόνια, αυτή η πεποίθηση παγιώνεται και επηρεάζει επιλογές, χόμπι και ακόμη και επαγγελματικές κατευθύνσεις.
Το παράδοξο είναι ότι η δημιουργικότητα δεν είναι προνόμιο λίγων αλλά είναι μια φυσική ανθρώπινη ικανότητα που εκφράζεται με πολλούς τρόπους. Δεν περιορίζεται στη ζωγραφική ή τη μουσική. Εκδηλώνεται στη λύση προβλημάτων, στη φαντασία, στην ικανότητα να βλέπουμε τα πράγματα από διαφορετική οπτική. Όμως, όταν κάποιος έχει συνδέσει τη δημιουργικότητα με μια αρνητική εμπειρία, αποφεύγει να την εξερευνήσει.
Για να αλλάξει αυτό, χρειάζεται πρώτα η αναγνώριση της στιγμής που τη γέννησε. Όχι για να κατηγορηθεί το παρελθόν, αλλά για να επαναξιολογηθεί. Ένα σχόλιο ενός ενήλικα τότε δεν ήταν αντικειμενική αλήθεια αλλά μια στιγμιαία κρίση, ίσως άδικη ή απρόσεκτη.
Η επανασύνδεση με τη δημιουργικότητα ξεκινά με μικρά βήματα, χωρίς την πίεση της τελειότητας. Όταν ο ενήλικας επιτρέψει στον εαυτό του να δοκιμάσει ξανά, χωρίς τον φόβο της κριτικής, μπορεί να ανακαλύψει ότι η δημιουργικότητα δεν χάθηκε ποτέ.
Πηγή artfulparent.com



























