Γερμανικό δικαστήριο καταδίκασε την Ντανιέλα Κλέτε, πρώην μέλος της Φράξιας Κόκκινος Στρατός (RAF), γνωστής και ως ομάδας Μπάαντερ-Μάινχοφ, σε 13 χρόνια φυλάκισης για ένοπλες ληστείες που διέπραξε κατά τη διάρκεια τριών δεκαετιών που κρυβόταν σε κοινή θέα.
Η Κλέτε, η οποία αποτελούσε για μεγάλο χρονικό διάστημα την πλέον καταζητούμενη γυναίκα στη Γερμανία, ήταν το τελευταίο γυναικείο μέλος της ακροαριστερής ένοπλης οργάνωσης που παρέμενε ασύλληπτο μέχρι τον Φεβρουάριο του 2024, όποτε και συνελήφθη στο σπίτι της στο Βερολίνο.
Μετά από μια δίκη 14 μηνών, υπό δρακόντεια μέτρα ασφαλείας, το περιφερειακό δικαστήριο του Φέρντεν την έκρινε ένοχη για έξι κατηγορίες διακεκριμένης ληστείας σε συνδυασμό με απαγωγή για λύτρα και κατοχή πολεμικών όπλων.
Η 67χρονη καταδικάστηκε για ληστείες που διαπράχθηκαν μεταξύ 1999 και 2016, μετά τη διάλυση της RAF, με σκοπό τη χρηματοδότηση της παράνομης ζωής των ασύλληπτων φυγάδων.
«Διέπραξαν τις ληστείες τους με καταμερισμό εργασίας και με άκρως συνωμοτικό τρόπο», δήλωσε ο προεδρεύων δικαστής, Λαρς Ένγκελκε.
Καθώς το δικαστήριο ανακοίνωνε την ενοχή της, η Κλέτε άκουγε ανέκφραστη, ενώ τποστηρικτές της αποδοκίμασαν τους δικαστές και φώναξαν συνθήματα.
Η Κλέτε πέρασε περισσότερα από 30 χρόνια διαφεύγοντας από την αστυνομία, μέχρι που εντοπίστηκε να ζει με ψευδώνυμο στη γερμανική πρωτεύουσα.
Οι αστυνομικοί ανακάλυψαν μια κρύπτη με όπλα και ένα ψεύτικο μπαζούκα στο διαμέρισμά της στην περιοχή Κρόιτσμπεργκ, όπου ζούσε για περίπου 20 χρόνια, καθώς και πλαστά έγγραφα ταυτότητας, περούκες, χρυσό και 240.000 ευρώ σε μετρητά, τα οποία πιστεύεται ότι προέρχονταν από τα έσοδα των ληστειών.
Οι εισαγγελείς - οι οποίοι είχαν ζητήσει τη μέγιστη ποινή των 15 ετών - δήλωσαν ότι η Κλέτε και οι συνεργοί της, ο 57χρονος Μπούρκχαρντ Γκάρβεγκ και ο 72χρονος Ερνστ-Φόλκερ Στάουμπ στοχοποιούσαν οχήματα μεταφοράς χρημάτων και σούπερ μάρκετ σε τρία κρατίδια. Το τρίο πιστεύεται ότι απέσπασε συνολικά περισσότερα από 2 εκατομμύρια ευρώ.
Οι ερευνητές δήλωσαν ότι είχαν βρει DNA και των δύο ανδρών στο διαμέρισμα της Κλέτε κατά τη σύλληψή της, μεταξύ άλλων και σε μια ηλεκτρική οδοντόβουρτσα. Οι Στάουμπ και Γκάρβεγκ παραμένουν ασύλληπτοι.
Η υπεράσπιση είχε ζητήσει την απαλλαγή της, υποστηρίζοντας ότι δεν υπήρχαν αποδείξεις για τη συμμετοχή της στις ληστείες και ότι οι κατηγορίες για τα όπλα δεν άξιζαν τίποτα περισσότερο από μια ποινή με αναστολή.
Στην έναρξη της διαδικασίας, τον Μάρτιο του 2025, η γκριζομάλλα πλέον Κλέτε έσπασε τη σιωπή της για να καταφερθεί εναντίον αυτού που χαρακτήρισε πολιτικά υποκινούμενη δίκη και υποσχέθηκε να παραμείνει πιστή στον αγώνα ενάντια στον «καπιταλισμό και την πατριαρχία».
Οι εισαγγελείς κατηγορούν επίσης την Κλέτε για τρεις πολιτικά υποκινούμενες επιθέσεις τη δεκαετία του 1990, όταν η RAF ήταν ακόμη ενεργή, αλλά αυτές οι κατηγορίες εξετάζονται σε ξεχωριστές διαδικασίες στη Φρανκφούρτη.
Η ίδια δεν μπορεί πλέον να δικαστεί για συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση, καθώς η παραγραφή για τη συγκεκριμένη κατηγορία εξέπνευσε το 2018, 20 χρόνια μετά τη διάλυση της οργάνωσης.
Σημειώνεται πως, με ψεύτικό όνομα, η Κλέτε συμμετείχε ενεργά σε ένα βραζιλιάνικο πολιτιστικό κέντρο στο Βερολίνο για αρκετά χρόνια, όπου έκανε καποέιρα, μια αφροβραζιλιάνικη πολεμική τέχνη που συνδυάζει χορό και πάλη. Πιστεύεται ότι η ανακάλυψη φωτογραφιών της με την ομάδα καποέιρα στο ετήσιο Καρναβάλι των Πολιτισμών του Βερολίνου – όπου εμφανιζόταν χαμογελαστή, με μια λευκή μπαντάνα στο κεφάλι να πετάει πέταλα λουλουδιών – οδήγησε στην ταυτοποίηση και τη σύλληψή της.
Η RAF, γνωστή και ως ομάδα Μπάαντερ-Μάινχοφ από τα ιδρυτικά της μέλη, Αντρέας Μπάαντερ και Ουλρίκε Μάινχοφ, βρισκόταν πίσω από μια εκστρατεία τρόμου στην τότε Δυτική Γερμανία τις δεκαετίες του 1970 και 1980, η οποία περιλάμβανε επιθέσεις, απαγωγές, βομβιστικές ενέργειες και δολοφονίες.
Η ριζοσπαστική αντικαπιταλιστική ομάδα πήρε τα όπλα ενάντια σε αυτό που θεωρούσε αμερικανικό ιμπεριαλισμό και σε ένα «φασιστικό» γερμανικό κράτος, το οποίο, όπως υποστήριζε, ήταν ακόμα γεμάτο από πρώην ναζί. Πιστεύεται ότι είναι υπεύθυνη για τη δολοφονία τουλάχιστον 30 ανθρώπων και τον τραυματισμό άλλων 200.
Πηγή: Guardian

























