Σχεδόν τρεις μήνες μετά την έναρξη της σύγκρουσης, το ιρανικό καθεστώς έχει καταφέρει να διαψεύσει τις προσδοκίες των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ για μια γρήγορη νίκη.
Το καθεστώς επέζησε από ένα κύμα στοχευμένων δολοφονιών στις αρχές του πολέμου. Στη συνέχεια κατάφερε να αντιστρέψει την κατάσταση απέναντι στους ισχυρότερους αντιπάλους του, δημιουργώντας μια ιδιάζουσα ισορροπία δυνάμεων.
Από τα μέσα Μαρτίου, το Ιράν διατηρεί τον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ, θαλάσσιου περάσματος κρίσιμου για το παγκόσμιο εμπόριο πετρελαίου και φυσικού αερίου. Έχει καταφέρει να περιορίσει τις αμερικανικές και ισραηλινές επιθέσεις εναντίον της ενεργειακής του βιομηχανίας. Κατάφερε ακόμη να πείσει τον πρόεδρο Τραμπ να συγκρατήσει τον πόλεμο του Ισραήλ εναντίον της Χεζμπολάχ στον Λίβανο.
«Το Ιράν έχει σίγουρα το πλεονέκτημα εδώ», δηλώνει η Νικόλ Γκραγιέφσκι, η οποία διδάσκει στο Κέντρο Διεθνών Σπουδών στο Sciences Po της Γαλλίας και μελετά την εξωτερική πολιτική του Ιράν. «Οι Ηνωμένες Πολιτείες μοιάζουν απλώς να αντιδρούν σπασμωδικά».
Αυτό φαντάξει, εκ πρώτης όψεως, κάπως σοκαριστικό: Οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν τον ισχυρότερο στρατό στον κόσμο. Το Ιράν, ως περιφερειακή δύναμη, προφανώς όχι. Όμως οι πόλεμοι δεν διεξάγονται σε απομόνωση.
Για να αποκτήσει πλεονέκτημα απέναντι στον πολύ ισχυρότερο αντίπαλό του, το Ιράν χρησιμοποίησε μια μέθοδο που οι μελετητές της θεωρίας των παιγνίων αποκαλούν «triangular coercion» (τριγωνικό εξαναγκασμό), εξηγεί ο Νταν Σόμπελμαν, καθηγητής στο Εβραϊκό Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ που μελετά τις στρατηγικές αποτροπής του Ιράν.
Η στρατηγική λειτουργεί ως εξής: επιτίθεσαι σε ένα πιο ευάλωτο τρίτο μέρος που διαθέτει κάποια επιρροή πάνω σε έναν αντίπαλο, ώστε να αποκτήσεις πλεονέκτημα απέναντι σε έναν αντίπαλο που δεν μπορείς να αντιμετωπίσεις άμεσα.
Σε αυτή την περίπτωση, το τρίτο μέρος ήταν κυρίως τα κράτη του Κόλπου, τα οποία είναι τόσο στρατιωτικά ευάλωτα όσο και οικονομικά σημαντικά για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι επιθέσεις του Ιράν εναντίον τους στις αρχές του πολέμου, σε συνδυασμό με την ικανότητα της Τεχεράνης να ελέγξει αποτελεσματικά τα στενά, έχουν μέχρι στιγμής αποτρέψει μια αποφασιστική νίκη των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ.
Πρόκειται για μια στρατηγική που θα μπορούσε να έχει μακροπρόθεσμες επιπτώσεις όχι μόνο στην έκβαση της τρέχουσας σύγκρουσης και στον ρόλο του Ιράν στη Μέση Ανατολή, αλλά και στα όρια της αμερικανικής ισχύος σε άλλα μέρη.
Το πραγματικό σημείο καμπής στον πόλεμο
Το Ιράν άρχισε να ασκεί πίεση στα κράτη του Κόλπου λίγο μετά την έναρξη του πολέμου στις 28 Φεβρουαρίου, στοχεύοντας πλοία που διέρχονταν από τα Στενά του Ορμούζ και κλείνοντας ουσιαστικά τη στενή θαλάσσια δίοδο, από την οποία διέρχεται το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου.
Όμως η κρίσιμη στιγμή κατά την οποία η στρατηγική τριγωνικού εξαναγκασμού του Ιράν τέθηκε πλήρως σε εφαρμογή ήρθε περίπου δυόμισι εβδομάδες αργότερα.
Στις 18 Μαρτίου, το Ισραήλ βομβάρδισε το κοίτασμα φυσικού αερίου South Pars του Ιράν και το Ιράν αντέδρασε βομβαρδίζοντας το Ras Laffan, μια μεγάλη εγκατάσταση υγροποιημένου φυσικού αερίου στο Κατάρ, ενώ πραγματοποιήσε επιθέσεις με drones σε διυλιστήρια στη Σαουδική Αραβία και στο Κουβέιτ.
Αυτή η ανταπόδοση δημιούργησε ένα νέο παράδειγμα ανταπόδοσης: «Αν το Ισραήλ ή οι Ηνωμένες Πολιτείες επιτίθενταν στις ενεργειακές εγκαταστάσεις του Ιράν, το Ιράν θα επιτιθόταν στις ενεργειακές εγκαταστάσεις του Κόλπου».
Μέσα σε λίγες ώρες, ο πρόεδρος Τραμπ έγραψε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ότι η επίθεση του Ισραήλ δεν είχε συντονιστεί με τις Ηνωμένες Πολιτείες και ότι δεν θα υπήρχαν άλλες επιθέσεις του Ισραήλ στο South Pars όσο το Ιράν σταματούσε τα πλήγματά του στο Κατάρ. Το γεγονός αυτό αποτέλεσε σημείο καμπής στον πόλεμο. Αν και οι δύο πλευρές συνέχισαν να ανταλλάσσουν επιθέσεις, φάνηκε να υπάρχει ένα όριο στην κλιμάκωση.
«Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ είναι σχετικά προστατευμένα απέναντι σε άμεσες στρατιωτικές επιθέσεις, αλλά κράτη του Κόλπου όπως το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα είναι πολύ πιο ευάλωτα», εξηγεί ο Σόμπελμαν. «Το Ιράν πέτυχε αξιοποιώντας τους ευάλωτους γείτονές του απέναντι στον ισχυρότερο προστάτη τους».
Οι βομβαρδισμοί ενεργειακών εγκαταστάσεων από το Ιράν προκάλεσαν την άνοδο των τιμών του πετρελαίου στο υψηλότερο επίπεδο από την έναρξη του πολέμου, καθιστώντας σαφές ότι περαιτέρω κλιμάκωση θα οδηγούσε και σε οικονομικό κόστος για τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Αυτό δεν ήταν αρκετό για να τερματίσει τη σύγκρουση, αλλά εισήγαγε ένα καθεστώς «αποτροπής εντός πολέμου», δίνοντας στο Ιράν σημαντική διαπραγματευτική ισχύ.
Μέσα σε λίγες ημέρες, ο Τραμπ ανακοίνωσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν βρίσκονταν σε διαπραγματεύσεις. Στις 8 Απριλίου, οι δύο πλευρές συμφώνησαν σε κατάπαυση του πυρός, παρότι τα στενά παρέμειναν κλειστά.
Το Ιράν κέρδισε ένα σημαντικό νέο πλεονέκτημα
Η χρήση αυτής της στρατηγικής από το Ιράν έχει μετατοπίσει μεγάλο μέρος της προσοχής του πολέμου στο κρίσιμο ερώτημα του πώς θα επαναλειτουργήσουν τα στενά - και πώς θα περιοριστεί στο μέλλον η ιρανική επιρροή.
Οι προσπάθειες άσκησης πίεσης στο Ιράν για να ανοίξει ξανά τη ζωτικής σημασίας θαλάσσια δίοδο έχουν αποδειχθεί ανεπιτυχείς.
Τον Απρίλιο, οι Ηνωμένες Πολιτείες επέβαλαν δικό τους αποκλεισμό των στενών, δεσμευόμενες να τον διατηρήσουν έως ότου το Ιράν και οι Ηνωμένες Πολιτείες συμφωνήσουν σε μια βιώσιμη ειρηνευτική συμφωνία. Η κίνηση αυτή άσκησε σημαντική πίεση στο Ιράν, το οποίο επίσης χρειάζεται έσοδα από τις εξαγωγές πετρελαίου και κινδυνεύει να εξαντλήσει τον διαθέσιμο αποθηκευτικό χώρο για το πετρέλαιο που παράγει. Ωστόσο, τα στενά παρέμειναν κλειστά.
Στις 3 Μαΐου, ο Τραμπ ανακοίνωσε το «Project Freedom», μια αμερικανική επιχείρηση για την συνοδεία πλοίων που είχαν εγκλωβιστεί στα στενά. Υποχώρησε λίγες ημέρες αργότερα, αφήνοντας περισσότερα από χίλια πλοία εγκλωβισμένα. «Αυτό, νομίζω, λέει πολλά για την ικανότητα του Ιράν να συγκρατεί και να αποτρέπει τις Ηνωμένες Πολιτείες», τονίζει Σόμπελμαν.
Καθώς η κατάσταση παρατείνεται, γίνεται όλο και πιο πιθανό το Ιράν να επιδιώξει να διατηρήσει τουλάχιστον μερικό έλεγχο της θαλάσσιας οδού, λένε ειδικοί.
«Όσο περισσότερο το Ιράν μπορεί να κρατά όμηρο τη ναυσιπλοΐα, τόσο περισσότερο καθίσταται αληθές ότι το Ιράν θα πρέπει να είναι νόμιμος συμμετέχων και ωφελούμενος από την επαναλειτουργία των στενών», δηλώνει η Νίτια Λαμπ, υπότροφος διεθνούς ασφάλειας στο Chatham House, ένα ερευνητικό ίδρυμα με έδρα το Λονδίνο.
Αυτό σημαίνει ότι το Ιράν, αν και έχει υποστεί σοβαρές ζημιές από τον πόλεμο, είναι πιθανό να εξέλθει από αυτόν με ένα πολύτιμο νέο πλεονέκτημα. Η κατοχή έστω και μερικού ελέγχου των στενών θα αποτελούσε όχι μόνο πηγή εσόδων για το καθεστώς, αλλά και μορφή γεωπολιτικής ισχύος.
Η ικανότητα του Ιράν να κλείσει ξανά τα στενά θα λειτουργεί ως «ασφαλιστήριο συμβόλαιο» απέναντι σε μελλοντικές επιθέσεις, εξηγεί η Γκραγιέφσκι.
Το σενάριο αυτό υποδεικνύει μια ευρύτερη και πιθανώς πιο μόνιμη αδυναμία στην εξωτερική πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ: οι Ηνωμένες Πολιτείες, παρότι ισχυρές, ενδέχεται να μην είναι τόσο προστατευμένες από αντίποινα όσο η ομάδα του Τραμπ δείχνει να υποθέυει.
Δεν θα είναι όλες οι χώρες πρόθυμες ή ικανές να χρησιμοποιήσουν τον «τριγωνικό εξαναγκασμό» απέναντι σε μια εχθρική υπερδύναμη με τον ίδιο τρόπο. Όμως, μετά το παράδειγμα του Ιράν, περισσότερες ίσως επιχειρήσουν να το κάνουν.


























