Την επιβίβαση ένοπλων ομάδων ασφαλείας σε εμπορικά πλοία ως μέτρο αντιμετώπισης πιθανών επιθέσεων από θαλάσσια drones προτείνει η εταιρεία ναυτιλιακής ασφάλειας Diaplous Maritime Services, επισημαίνοντας ότι ο εντοπισμός μικρών μη επανδρωμένων σκαφών παραμένει ιδιαίτερα δύσκολος από τα συμβατικά μέσα θαλάσσιας επιτήρησης.
Σύμφωνα με πληροφορίες, η πρόταση φαίνεται να αντιμετωπίζεται θετικά από σημαντικό μέρος της ελληνικής ναυτιλιακής κοινότητας, ιδιαίτερα από πλοιοκτήτες που δραστηριοποιούνται σε περιοχές αυξημένου κινδύνου.
Σημειώνεται ότι ο εντοπισμός του θαλάσσιου μη επανδρωμένου σκάφους (USV) σε σπηλιά της Λευκάδας από Έλληνα ψαρά, με εκτιμώμενο φορτίο έως και 100 κιλών εκρηκτικών, επαναφέρει με έντονο τρόπο τις νέες απειλές που αναδύονται για τη ναυσιπλοΐα και τη θαλάσσια ασφάλεια στο Αιγαίο στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μαύρη Θάλασσα.
Το περιστατικό, σύμφωνα με στελέχη του κλάδου ναυτιλιακής ασφάλειας Diaplous, ανέδειξε και τα επιχειρησιακά όρια των υφιστάμενων συστημάτων θαλάσσιας επιτήρησης, καθώς τα μικρού μεγέθους θαλάσσια drones είναι ιδιαίτερα δύσκολο να εντοπιστούν από συμβατικά ραντάρ και μέσα επιτήρησης, ειδικά όταν κινούνται χαμηλά στην επιφάνεια της θάλασσας και χωρίς ενεργό σύστημα αναγνώρισης.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον αυξημένης ανησυχίας, η Diaplous έχει προτείνει προς τους Έλληνες πλοιοκτήτες που δραστηριοποιούνται στη Μαύρη Θάλασσα λύσεις ένοπλης προστασίας επί των πλοίων, κυρίως για δεξαμενόπλοια και φορτηγά πλοία που μεταφέρουν πετρέλαιο, σιτηρά και άλλα εμπορεύματα από λιμάνια της περιοχής.
Σύμφωνα με στελέχη της εταιρείας, οι ένοπλοι φρουροί που επιβαίνουν στα πλοία μπορούν, σε περίπτωση έγκαιρου εντοπισμού ενός τέτοιου drone, να το εξουδετερώσουν από ασφαλή απόσταση, χωρίς να τεθεί σε κίνδυνο το πλήρωμα ή το ίδιο το πλοίο.
Όπως επισημαίνουν, τα συγκεκριμένα συστήματα αποτελούν πλέον μία από τις βασικές επιλογές προστασίας που εξετάζει η διεθνής ναυτιλιακή κοινότητα απέναντι στις νέες μορφές ασύμμετρων απειλών στη θάλασσα.
Η ίδια εταιρεία έχει, μάλιστα, καταθέσει αίτημα προς το υπουργείο Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής ώστε η Χίος να χρησιμοποιηθεί ως σημείο επιβίβασης των ένοπλων φρουρών σε ελληνικά ποντοπόρα πλοία που κατευθύνονται προς τις περιοχές αυξημένου κινδύνου.
Ωστόσο, βασικό ζήτημα που παραμένει ανοιχτό είναι αυτό της φύλαξης του οπλισμού στο νησί. Σύμφωνα με πληροφορίες, έχει προταθεί τα όπλα να φυλάσσονται σε εγκαταστάσεις του Κεντρικού Λιμεναρχείου Χίου, με την καταβολή συμφωνημένου οικονομικού ανταλλάγματος για τη φύλαξή τους. Μέχρι στιγμής, πάντως, δεν έχει ληφθεί οριστική απόφαση από τις αρμόδιες αρχές.
Το περιστατικό της Λευκάδας, σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, θεωρείται από πολλούς ως «καμπανάκι» για τη ναυτιλία και τις λιμενικές αρχές, καθώς η εμφάνιση μη επανδρωμένων θαλάσσιων drones σε περιοχές της Μεσογείου δημιουργεί ένα εντελώς νέο πεδίο κινδύνων για την εμπορική ναυτιλία, τις ενεργειακές μεταφορές και την ασφάλεια κρίσιμων θαλάσσιων διαδρομών.
Μάλιστα, έμπειρα στελέχη δυνάμεων ασφαλείας επισήμαναν στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ότι ο εντοπισμός του θαλάσσιου drone από Έλληνα ψαρά και η μετέπειτα περισυλλογή του από το Λιμενικό Σώμα ήταν ουσιαστικά «ζήτημα τύχης», καθώς -όπως εκτιμούν- το μη επανδρωμένο σκάφος φαίνεται να παρουσίασε δυσλειτουργία και δεν εξερράγη, γεγονός που απέτρεψε μια ιδιαίτερα επικίνδυνη εξέλιξη για όσους βρέθηκαν κοντά του.
Ελληνόκτητα πλοία παραμένουν ενεργά στη Μαύρη Θάλασσα
Στο μεταξύ σημαντική παραμένει η παρουσία της ελληνόκτητης ναυτιλίας στην περιοχή της Μαύρης Θάλασσας, παρά το αυξημένο γεωπολιτικό ρίσκο και τις συνεχιζόμενες ανησυχίες για την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας στην ευρύτερη περιοχή.
Σύμφωνα με στοιχεία της εταιρείας ναυτιλιακής ασφάλειας Diaplous Maritime Services, κατά μέσο όρο δραστηριοποιούνται κάθε εβδομάδα στη Μαύρη Θάλασσα ή στα γύρω ύδατα περίπου 10 έως 12 δεξαμενόπλοια ελληνικών συμφερόντων.
Η παρουσία αυτή συνδέεται κυρίως με τη μεταφορά ενεργειακών φορτίων και προϊόντων πετρελαίου, σε μια περιοχή που εξακολουθεί να διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο στις παγκόσμιες ενεργειακές και εμπορικές ροές.
Παράλληλα, σύμφωνα με τις ίδιες εκτιμήσεις, στην περιοχή επιχειρούν σε εβδομαδιαία βάση ακόμη 8 έως 10 φορτηγά πλοία ελληνικών συμφερόντων, συμπεριλαμβανομένων bulk carriers και containerships, τα οποία εξυπηρετούν κυρίως μεταφορές σιτηρών, πρώτων υλών, μεταλλευμάτων και εμπορευματοκιβωτίων.
Η διατήρηση της παρουσίας ελληνόκτητων πλοίων στη Μαύρη Θάλασσα καταδεικνύει τη στρατηγική σημασία που εξακολουθεί να έχει η περιοχή για τη διεθνή ναυτιλία και το παγκόσμιο εμπόριο, παρά τις επιχειρησιακές δυσκολίες, τα αυξημένα ασφάλιστρα κινδύνου και τις διαρκείς προειδοποιήσεις των εταιρειών maritime security για πιθανές απειλές στην ασφάλεια της ναυσιπλοΐας.
Το υπουργείο Ναυτιλίας έχει δώσει οδηγίες προς τον ελληνόκτητο στόλο να αυξήσει στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο τα μέτρα ασφαλείας κατά τη διέλευση προς ρωσικά λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας, μετά τις επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη που έχουν δεχθεί ελληνικά δεξαμενόπλοια.
Η επικινδυνότητα των Drones
Σημειώνεται ότι σε ανάλυσή της η Oil Companies International Marine Forum (OCIMF) ένας διεθνής ναυτιλιακός οργανισμός που εκπροσωπεί μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες και δραστηριοποιείται σε θέματα ασφάλειας δεξαμενόπλοιων, από το 2023 έχει χαρακτηρίσει σοβαρή και διαρκώς αυξανόμενη απειλή για την παγκόσμια εμπορική ναυτιλία τα drones-καμικάζι.
Ο διεθνής ναυτιλιακός οργανισμός επισημαίνει ότι τα λεγόμενα «loitering munitions» ή drones-καμικάζι χρησιμοποιούνται πλέον ολοένα και συχνότερα σε επιθέσεις κατά εμπορικών πλοίων, ιδιαίτερα σε περιοχές υψηλής γεωπολιτικής έντασης όπως η Μέση Ανατολή και η Μαύρη Θάλασσα.
Σύμφωνα με την έκθεση, από το 2021 έχουν καταγραφεί επιθέσεις εναντίον εμπορικών πλοίων με τη χρήση τέτοιων drones, ενώ η εξάπλωση της τεχνολογίας σε κρατικούς αλλά και μη κρατικούς δρώντες ενισχύει περαιτέρω την ανησυχία της διεθνούς ναυτιλιακής κοινότητας.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στο ιρανικής κατασκευής drone Shahed-136, το οποίο έχει χρησιμοποιηθεί σε επιθέσεις κατά πλοίων στην περιοχή της Μέσης Ανατολής. Η OCIMF σημειώνει ότι το συγκεκριμένο drone διαθέτει χαμηλό ίχνος ραντάρ, πετά σε χαμηλό ύψος και μπορεί να διανύσει έως και 1.800 ναυτικά μίλια, καθιστώντας ιδιαίτερα δύσκολο τον εντοπισμό του από τα συμβατικά συστήματα επιτήρησης των εμπορικών πλοίων.
Όπως επισημαίνεται, τα drones μπορούν να εντοπίζουν στόχους μέσω δεδομένων AIS, ραδιοσυχνοτήτων, δορυφορικών συστημάτων ή ακόμη και μέσω ανοιχτών διαδικτυακών πλατφορμών παρακολούθησης πλοίων. Ακόμη και η απενεργοποίηση του AIS δεν θεωρείται επαρκές μέτρο προστασίας, καθώς τα drones μπορούν να αξιοποιούν αισθητήρες, κάμερες και ιστορικά στοιχεία πορείας για να εντοπίσουν και να παρακολουθήσουν έναν στόχο.
Η έκθεση προειδοποιεί επίσης ότι σε περίπτωση επίθεσης οι δυνατότητες αντίδρασης των πληρωμάτων είναι εξαιρετικά περιορισμένες, καθώς τα drones μπορούν να επιχειρούν ημέρα και νύχτα, σε μεγάλες αποστάσεις και υπό δυσμενείς καιρικές συνθήκες.
Μάλιστα, η OCIMF εκτιμά ότι η αυξανόμενη χρήση drones αναμένεται να επηρεάσει σημαντικά την ελευθερία της ναυσιπλοΐας, το κόστος ασφάλισης πλοίων και τη λειτουργία της παγκόσμιας εφοδιαστικής αλυσίδας τα επόμενα χρόνια
Πάντως το σύνολο των εξελίξεων δείχνει ότι η εμπορική ναυτιλία εισέρχεται σε μια νέα εποχή ασύμμετρων απειλών, όπου τα θαλάσσια και εναέρια drones μετατρέπονται σταδιακά σε έναν από τους σοβαρότερους κινδύνους για την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας. Η υπόθεση της Λευκάδας ανέδειξε με τον πιο ανησυχητικό τρόπο ότι ακόμη και περιοχές της Μεσογείου και του Αιγαίου δεν μπορούν πλέον να θεωρούνται «ασφαλείς ζώνες», ενώ παράλληλα αποκάλυψε τα περιορισμένα αντανακλαστικά των υφιστάμενων συστημάτων επιτήρησης απέναντι σε μικρού μεγέθους μη επανδρωμένα σκάφη.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η διεθνής ναυτιλιακή κοινότητα φαίνεται να στρέφεται ολοένα και περισσότερο προς λύσεις ένοπλης προστασίας και ενίσχυσης των μέτρων ασφαλείας επί των πλοίων, ιδιαίτερα σε περιοχές υψηλού γεωπολιτικού κινδύνου όπως η Μαύρη Θάλασσα και η Ανατολική Μεσόγειος.































