«Στα τέλη της δεκαετίας των 30 μου η ζωή έμοιαζε να έχει "κολλήσει"», γράφει η Deidre Donnelly στο Business Insider.
«Ζούσα μόνη στο Κέιπ Τάουν, περιμένοντας έναν σύντροφο και παιδιά, την ώρα που οι φίλοι μου προχωρούσαν σε γάμους και οικογένειες. Οι γονείς και οι αδελφές μου ζούσαν αλλού, οι ευκαιρίες για τη δουλειά μου ως freelance συγγραφέας στέρευαν κι όσο πλησίαζα τα 40, ένιωθα όλο και πιο μόνη και αβέβαιη για το μέλλον».
Κάπως έτσι η Deidre έκανε μια συμφωνία με τον εαυτό της: «αν μέχρι τα 40 δεν είχε πραγματοποιηθεί το "όνειρο", θα φύγω.
Δεν είχε οικογένεια, αλλά είχε ελευθερία και τίποτα να χάσει. Μάζεψε τη ζωή της και δέχτηκε μια δουλειά ως δασκάλα αγγλικών στο Βιετνάμ. Πήρε μια πτήση χωρίς επιστροφή για μια πόλη που δεν γνώριζε, σε μια χώρα που δεν είχε επισκεφθεί ποτέ.
Η μετακόμιση ήταν σοκ
Η υγρασία, η κίνηση και το πόσο πυκνοκατοικημένο είναι το Βιετνάμ την κατέκλυσαν. Στο Χάιφονγκ, το βιομηχανικό λιμάνι στο βόρειο Βιετνάμ που σήμερα αποκαλεί σπίτι, οι ξένοι είναι λίγοι και τα αγγλικά σπάνια. Κάποιοι ντόπιοι, κυρίως μεγαλύτερης ηλικίας, δεν έβλεπαν με καλό μάτι τους αλλοδαπούς κι έτσι είχε αρκετές δύσκολες στιγμές.
Ωστόσο, μετά από τρεις μήνες, κάτι άλλαξε. Από το να ζει μόνη, βρέθηκε με συγκατοίκους, κοινωνικοποιήθηκε όπως στα φοιτητικά της χρόνια, άρχισε να μαθαίνω τη γλώσσα και να συνδέεται με παιδιά και εφήβους. Η περιπέτεια την είχε κερδίσει.
Μια νέα καθημερινότητα
Το μοίρασμα φαγητού με ψαράδες, οι μικρές κοινότητες, η γενναιοδωρία των ανθρώπων έγιναν κομμάτι της ζωής της. Όταν ξέσπασε η πανδημία, πολλοί νεότεροι συνάδελφοι έφυγαν. Εκείνη έμεινε. Ταξίδεψε σε όλη τη χώρα, δημιούργησε φιλίες και ένιωσε ότι ανήκει κάπου.
«Σπάνια ένιωθα μοναξιά. Περιβαλλόμουν από νεότερους φίλους που είχαν επίσης εγκαταλείψει τις πατρίδες τους, δημιούργησα λέσχη βιβλίου και λέσχη φαγητού και γέμιζα τις μέρες μου με ανθρώπινες στιγμές. Το να είσαι γυναίκα μέσης ηλικίας χωρίς σύζυγο ή παιδιά είναι ασυνήθιστο εδώ, αλλά το να γίνω η "Teacher Dee" με βοήθησε να απαλύνω τη θλίψη μου για το ότι δεν έκανα παιδιά - όχι από επιλογή, αλλά εξαιτίας της συγκυρίας.
»Από το να θρηνώ που δεν έχω παιδιά, βρέθηκα να περιβάλλομαι από αυτά. Παιδιά της γειτονιάς με χαιρετούν στον δρόμο, μαθητές μου γεμίζουν τη μέρα με ενέργεια και χαμόγελα».
Η νοσταλγία δεν φεύγει ποτέ
Στην αρχή μιλούσε νοερά στη δίδυμη αδελφή της, περιγράφοντάς της τη νέα της ζωή. «Σήμερα, μοιράζομαι αυτό το αίσθημα με άλλους Νοτιοαφρικανούς που ζουν στο εξωτερικό. Το Βιετνάμ μου πρόσφερε ασφάλεια, κοινωνικότητα και οικονομική σταθερότητα».
Επτά χρόνια μετά, όμως, το ερώτημα επιστρέφει: «Τι ακολουθεί;». Το σπίτι δεν είναι πια ένα μέρος, αλλά δύο. Της λείπουν η φύση και η οικειότητα του Κέιπ Τάουν, αλλά ξέρει ότι θα της έλειπαν η ελευθερία και η ζωή που έχτισε στο εξωτερικό.
Να μείνω ή να φύγω;
«Βλέπω τον εαυτό μου κάποια στιγμή να επιστρέφει, αλλά όχι ακόμη», γράφει στο Business Insider.
«Ζω ανάμεσα σε δύο ηπείρους, με τη ζωή, τα πράγματα και την καρδιά μου μοιρασμένα. Ύστερα από χρόνια στο εξωτερικό, η επιστροφή μπορεί να μοιάζει εξίσου δύσκολη με την αναχώρηση. Και ίσως αυτό να είναι το πιο απρόσμενο μάθημα απ’ όλα».




























