Οι μεγάλες δυτικές πετρελαϊκές εταιρείες επανέρχονται δυναμικά στο προσκήνιο των εξελίξεων στη Βενεζουέλα, διεκδικώντας δισεκατομμύρια δολάρια για επενδύσεις που, όπως υποστηρίζουν, απαλλοτριώθηκαν βίαια πριν από περίπου δύο δεκαετίες. Στην κορυφή της λίστας των απαιτήσεων βρίσκονται οι αμερικανικοί κολοσσοί Exxon Mobil και ConocoPhillips, με συνολικές αξιώσεις που ξεπερνούν τα 30 δισ. δολάρια.
Οι διεκδικήσεις αυτές αποκτούν νέα πολιτική βαρύτητα μετά τη σύλληψη του προέδρου της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο από αμερικανικές δυνάμεις στο Καράκας, αλλά και στο πλαίσιο της προσπάθειας της κυβέρνησης Τραμπ να πιέσει για μεγαλύτερη εμπλοκή αμερικανικών εταιρειών στην πετρελαϊκή παραγωγή της χώρας. Η Βενεζουέλα διαθέτει τα μεγαλύτερα αποδεδειγμένα αποθέματα πετρελαίου παγκοσμίως, ωστόσο η παραγωγή της έχει καταρρεύσει έπειτα από χρόνια κακοδιαχείρισης, διαφθοράς και υποεπένδυσης.
Οι περισσότερες ξένες εταιρείες αποχώρησαν στα μέσα της δεκαετίας του 2000, όταν η κυβέρνηση του τότε προέδρου Ούγκο Τσάβες απαίτησε την αναθεώρηση των συμβολαίων, μειώνοντας τη συμμετοχή τους χωρίς αποζημίωση. Έκτοτε, οι εταιρείες προσφεύγουν σε διεθνή διαιτησία και αμερικανικά δικαστήρια, με περιορισμένα οικονομικά αποτελέσματα.
Η ConocoPhillips υποστηρίζει ότι της οφείλονται περίπου 12 δισ. δολάρια, ενώ η Exxon Mobil εκτιμά τις απαιτήσεις της σε περίπου 20 δισ. δολάρια, παρά τις μερικές αποζημιώσεις που έχει ήδη εισπράξει. Η Chevron παραμένει η μοναδική μεγάλη αμερικανική εταιρεία που δεν εγκατέλειψε τη χώρα, γεγονός που ενδέχεται να της προσφέρει στρατηγικό πλεονέκτημα σε μελλοντικές συμφωνίες.
Παράλληλα, ευρωπαϊκές εταιρείες όπως η Eni, η TotalEnergies και η Repsol διατηρούν επίσης ανοιχτές αξιώσεις. Η πιθανή πώληση της Citgo, θυγατρικής της κρατικής Petróleos de Venezuela, μέσω αμερικανικού πτωχευτικού δικαστηρίου θεωρείται ένα από τα ελάχιστα σενάρια μερικής αποζημίωσης.
Παρά τις πιέσεις, το Καράκας αμφισβητεί το ύψος ή και την ύπαρξη των οφειλών. Ωστόσο, όπως επισημαίνουν αναλυτές, χωρίς την επίλυση αυτών των διαφορών, η επιστροφή μαζικών ξένων επενδύσεων στη Βενεζουέλα παραμένει εξαιρετικά αβέβαιη.





























