Η ταυτοποίηση θυμάτων μέσω DNA στο περιστατικό που συνέβη στο κλαμπ στην Ελβετία μπορεί να είναι μια ιδιαίτερα δύσκολη διαδικασία. Η ύπαρξη πολλών ανθρώπων στον ίδιο χώρο, οδηγεί σε ανάμειξη γενετικού υλικού, ενώ οι συνθήκες του συμβάντος μπορεί να έχουν καταστρέψει ή αλλοιώσει τα δείγματα. Επιπλέον, απαιτείται σύγκριση με αξιόπιστες βάσεις δεδομένων ή δείγματα από συγγενείς, κάτι που παίρνει χρόνο και χρειάζεται μεγάλη ακρίβεια. Οι αρχές οφείλουν να ακολουθούν αυστηρά πρωτόκολλα ώστε τα αποτελέσματα να είναι επιστημονικά σωστά και νομικά αποδεκτά, κάτι που κάνει τη διαδικασία ακόμα πιο απαιτητική.
«Η ανάλυση DNA, μαζί με τα οδοντιατρικά αρχεία, τα δακτυλικά αποτυπώματα, τις σκελετικές πληροφορίες και τα προσωπικά αντικείμενα, είναι ζωτικής σημασίας για την ταυτοποίηση σοβαρά καμένων θυμάτων, μια δύσκολη διαδικασία που απαιτεί δείγματα από οικογένειες για αντιστοίχιση με λείψανα. Η ανάλυση DNA είναι ζωτικής σημασίας για την ταυτοποίηση θυμάτων πυρκαγιάς, αλλά η υψηλή θερμότητα υποβαθμίζει το γενετικό υλικό, καθιστώντας τα οστά (ειδικά τα πυκνά μακρά οστά όπως τα μηριαία) και τα δόντια πρωταρχικές πηγές, με το μιτοχονδριακό DNA (mtDNA) να χρησιμοποιείται συχνά όταν το πυρηνικό DNA αποτυγχάνει.
Εξειδικευμένες τεχνικές, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που έχουν προσαρμοστεί από την ανάλυση αρχαίου DNA, χρησιμοποιούνται για την απομόνωση και την ανάλυση DNA από σοβαρά απανθρακωμένα λείψανα, βελτιώνοντας τα ποσοστά επιτυχίας για καταστροφές», σχολιάζει στο Dnews ο Έλληνας γενετιστής και πανεπιστημιακός Κωνσταντίνος Τριανταφυλλίδης.
Όπως λέει ο Καθηγητής, η ανάλυση DNA μπορεί να βοηθήσει στην αναγνώριση των θυμάτων συγκρίνοντας γενετικές ομοιότητες μεταξύ των ανθρώπων. Στην εγκληματολογία, στις κλασικές περιπτώσεις, συνήθως αναλύονται τουλάχιστον 20 μικροδορυφορικοί δείκτες (πρόκειται για επαναλαμβανόμενες ακολουθίες από 2 – 6 ζευγάρια βάσεων-«γραμμάτων») του πυρηνικού DNA, αφού τα παιδιά μοιράζονται με κάθε γονέα το 50% του DNA τους.
Η ανάλυση όμως του υποβαθμισμένου DNA εμπεριέχει προκλήσεις:
«Μετά τον θάνατο, η διαδικασία αποσύνθεσης απελευθερώνει ένζυμα που μπορούν να διασπάσουν το DNA, ενώ με την πάροδο του χρόνου εμφανίζονται επιπλέον βλάβες ανάλογα με το περιβάλλον στο οποίο βρίσκεται το σώμα.
Το DNA ανοικοδομείται επίσης ταχύτερα σε ζεστά, υγρά, όξινα περιβάλλοντα και πιο αργά σε ψυχρότερα, ξηρότερα περιβάλλοντα που είναι πιο ουδέτερα ως προς το pH ή ελαφρώς βασικά. Επιπλέον, η διατήρηση του DNA μπορεί να διαφέρει σημαντικά μεταξύ των ιστών, των οστών και των δοντιών που ανακτήθηκαν», συμπληρώνει o Έλληνας επιστήμονας.
Οι ερευνητές αντιμετωπίζουν παρόμοια προβλήματα κατά τον χειρισμό υποβαθμισμένου γενετικού υλικού κατά την ανάλυση του DNA αρχαίων δειγμάτων. Για να αντιμετωπίσουν αυτές τις προκλήσεις, οι ερευνητές αρχαίου DNA χρησιμοποιούν μια σειρά από μεθοδολογίες βελτιστοποίησης ανάκτησης DNA.
«Πρώτον, χρησιμοποιούν πυκνά οστά ή δόντια για δειγματοληψία, καθώς είναι πιο αδιαπέραστα από τις περιβαλλοντικές συνθήκες, βελτιωμένη μεθοδολογία PCR (μοριακή ανάλυση) για να ενισχύσουν ακόμη μικρότερους γενετικούς δείκτες, συμπεριλαμβανομένων των μινιδορυφορικού DNA (πρόκειται για αλληλουχίες μήκους από 7 έως 100 ζευγάρια βάσεων),επαναλήψεων ή τέλος δείκτες του μιτοχονδριακού DNA, και σε ειδικές περιπτώσεις μπορεί να χρησιμοποιηθεί ακόμη και η ανάλυση δεικτών του χρωμοσώματος Υ (του αρσενικού)».
Ο κ. Τριανταφυλλίδης σημειώνει πως για τα θύματα πυρκαγιών, ιδιαίτερα για εκείνα που έχουν πληγεί από εκτεταμένες πυρκαγιές, το DNA μπορεί να είναι ιδιαίτερα κατακερματισμένο, καθιστώντας δύσκολη την ανάλυσή του και επιφέροντας σε μερικές περιπτώσεις τελικά την καταστροφή του.
«Επειδή οι σκληροί ιστοί, όπως οστά και δόντια είναι συχνά το μόνο που απομένει μετά από μια πυρκαγιά, ερευνητές έχουν μελετήσει πώς αλλάζουν τα χαρακτηριστικά των οστών, όπως το χρώμα και η σύνθεση με τη θερμοκρασία για να επιλέξουν το προς ανάλυση δείγμα. Κατά την διερεύνηση της διατήρησης του DNA σε αυτά τα δείγματα, υπάρχει ένα σημαντικό σημείο υποβάθμισης του DNA όταν τα οστά φτάνουν σε θερμοκρασίες μεταξύ 350 βαθμών Κελσίου) και 550 C».
Βασικό στοιχείο, σύμφωνα με τον Καθηγητή στη όλη διαδικασία δειγματοληψίας και εργαστηριακών αναλύσεων είναι να ακολουθούνται οι κανόνες δεοντολογίας και ορθής εργαστηριακής πρακτικής.



























