Η 3η του Σεπτέμβρη είναι μια σημαντική ημέρα στην πολιτική ιστορία του ελληνικού κράτους, τόσο στην πρώτη του φάση όσο και στη σύγχρονη. Συνδέεται με γεγονότα που η μελέτη τους δικαιώνει όσους υποστηρίζουν πως η ιστορία κινείται μέσα από τις αντιφάσεις της και περιγελά όσους την προσεγγίζουν με όρους «καλού και κακού», «αγίων και δαιμόνων». Η 3η του Σεπτέμβρη του 1843, η πρώτη εξέγερση στο ελληνικό κράτος με αμιγώς πολιτικό περιεχόμενο, μας δίνει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: Τον στρατιωτικό ηγέτη της εξέγερσης Δημήτρη Καλλέργη.
Ο Καλλέργης στην επανάσταση του 1821
Ο Δημήτριος Καλλέργης γεννήθηκε το 1803 στην Κρήτη, από σημαντική οικογένεια του Μυλοποτάμου. Έμεινε ορφανός από πατέρα σε μικρή ηλικία και στάλθηκε στη Ρωσία, όπου συνδέθηκε με τον κύκλο του Ρώσου υπουργού Εξωτερικών Καρλ φον Νέσελροντ. Αργότερα πήγε στη Βιέννη για να σπουδάσει Ιατρική. Με το ξέσπασμα της Επανάστασης εγκατέλειψε τις σπουδές του και στις αρχές του 1822 κατέβηκε στην Ελλάδα μεταφέροντας σημαντική οικονομική βοήθεια και πολεμοφόδια. Εφτασε στην Ύδρα στις 19 Ιανουαρίου 1822, με πολεμοφόδια αξίας περίπου 100.000 ρουβλίων.
Η σημαντικότερη φάση της δράσης του αρχίζει το 1825, στο Άργος ως επικεφαλής σώματος περίπου 700 Κρητικών. Αναλαμβάνει μαζί με τον Εμμανουήλ Αντωνιάδη την ηγεσία εκστρατείας προς την Κρήτη. Στις 2 Αυγούστου 1825 επαναστάτες κατέλαβαν το φρούριο της Γραμβούσας. Υπάρχουν πηγές που αμφισβητούν τον ρόλο του Καλλέργη, μάλιστα, ο Αμερικανός φιλέλληνας και ιστορικός Samuel Gridley Howe άσκησε κριτική στις ηγετικές του ικανότητες και τον θεώρησε ακατάλληλο για τη συγκεκριμένη θέση.
Μετά την κρητική εκστρατεία, ο Καλλέργης δρα κυρίως στην ηπειρωτική Ελλάδα. Τον Οκτώβριο του 1826 συμμετείχε στην αποτυχημένη επίθεση του Φαβιέρου στη Θήβα, στις 30 Ιανουαρίου 1827 συμμετείχε στη μάχη της Καστέλλας, στις 20 Φεβρουαρίου υπερασπίστηκε τη θέση των Τριών Πύργων και πήρε μέρος στη μάχη στο Δαφνί στις 21 Μαρτίου 1827.
Ο θάνατος του Καραϊσκάκη και η μάχη του Ανάλατου
Είναι αμφιλεγόμενη η σχέση του με τον ταγματάρχη Ούρκουχαρτ, ανηψιό του Κόχραν και αρχηγό σώματος μισθοφόρων. Από τον Κόχραν δινόταν κι η μισθοδοσία του σώματος των Κρητικών. Στις 21 Απρίλη, παρά τη σαφή εντολή του Καραισκάκη, ξεκίνησαν άγριες συμπλοκές στο Βοϊδολίβαδο, με πρωτοβουλία των μισθοφορικών σωμάτων. Από τους ιστορικούς εκφράζονται απορίες: πώς οι αξιωματικοί τους, ανάμεσά τους κι ο Καλλέργης, οι οποίοι γνώριζαν την αυστηρή εντολή επέτρεψαν κάτι τέτοιο; Γιατί μοιράστηκε στους στρατιώτες άφθονο κρασί, παραμονές γενικής επίθεσης; Η ουσία είναι πως η μάχη γενικεύτηκε και ο εμπύρετος Καραϊσκάκης τέθηκε επικεφαλής των Ελλήνων. Νίκησαν, όμως ο Καραϊσκάκης πληγώθηκε βαριά στη βουβωνική χώρα και μετά από λίγες ώρες πέθανε.
Στη μάχη του Αναλάτου, δύο ημέρες αργότερα, ο Καλλέργης ήταν αρχηγός του σώματος των Κρητικών πολεμιστών. Η μάχη κατέληξε σε μεγάλη καταστροφή για τις ελληνικές δυνάμεις, ο ίδιος τραυματίστηκε και αιχμαλωτίστηκε από τους Οθωμανούς. Η οικογένειά του κατέβαλε 70.000 γρόσια για την απελευθέρωσή του. Σύμφωνα με τις πηγές, κατά την αιχμαλωσία του οι Οθωμανοί του έκοψαν το ένα αυτί.
Ο Καλλέργης μετά την απελευθέρωση
Μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους, το 1832, έγινε συνταγματάρχης του Ιππικού. Στις αρχές της δεκαετίας του 1840 άρχισε να οργανώνεται συνωμοτική κίνηση με στόχο την επιβολή συνταγματικής μοναρχίας. Ο Καλλέργης αποτέλεσε το κρίσιμο στρατιωτικό στέλεχος του σχεδίου καθώς εκείνη την εποχή ήταν διοικητής του Ιππικού στην Αθήνα. Τα ξημερώματα της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 η φρουρά των Αθηνών, που βρισκόταν στο Μοναστηράκι, κινήθηκε προς τα Ανάκτορα. Ο Καλλέργης παρέταξε τις στρατιωτικές δυνάμεις στην πλατεία μπροστά από τα Ανάκτορα. Με επικεφαλής τον Μακρυγιάννη, ο λαός ενώθηκε με τους στρατιωτικούς ζητώντας Σύνταγμα.
Ο Καλλέργης μετέτρεψε το πολιτικό αίτημα για Σύνταγμα σε οργανωμένο στρατιωτικό κίνημα, ασκώντας πίεση στον Όθωνα που αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει άμεσα το αίτημα των κινηματιών. Συγκλήθηκε το Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο αναγνώρισε το κίνημα και ζήτησε από τον βασιλιά να αποδεχθεί την παραχώρηση Συντάγματος.
Το μεγαλύτερο βράδυ της ζωής του Καλλέργη κορυφώθηκε όταν με την απειλή όπλων εμπόδισε την είσοδο των πρεσβευτών των Μεγάλων Δυνάμεων στο Παλάτι και τη συνάντησή τους με τον Όθωνα, ενισχύοντας την πίεση προς τον βασιλιά. Όλοι οι ιστορικοί συμφωνούν πως εκεί κρίθηκε η 3η Σεπτέμβρη, πιθανή είσοδος των πρεσβευτών θα οδηγούσε σε άρνηση του Όθωνα στο αίτημα για παραχώρηση συντάγματος.Τα Γενικά Αρχεία του Κράτους χαρακτηρίζουν τον Καλλέργη ως πρωταγωνιστή της 3ης Σεπτέμβρη 1843.
Η κυβέρνηση κατοχής, ο «άλλος» Καλλέργης
10 χρόνια αργότερα, η ρόδα της ιστορίας θα γυρίζει αντίστροφα. Με πρόσχημα τη στάση της Ελλάδας, κατά τη διάρκεια του Κριμαικού πολέμου, οι Αγγλογάλλοι έθεσαν την Ελλάδα υπό κατοχή καταλαμβάνοντας την Αθήνα, τον Πειραιά και όλα τα λιμάνια και ταυτόχρονα απάιτησαν παραίτηση της κυβέρνησης Κριεζή. Το νέο υπουργικό συμβούλιο που ανέλαβε καθήκοντα στις 16 Μαΐου είχε ως πρωθυπουργό και υπουργό Οικονομικών τον Μαυροκορδάτο και τον Δημήτρη Καλλέργη υπουργό Στρατιωτικών. Η κυβέρνηση αυτή έμεινε, και δικαιολογημένα, στην ιστορία ως «υπουργείο Κατοχής».
Η επιλογή Μαυροκορδάτου δεν ήταν αυτονόητη λόγω της διαχρονικής σχέσης του με την Αγγλία. Η γαλλική πρεσβεία έδωσε, από την πλευρά της, σκληρή μάχη για να επιβάλει τον Καλλέργη, τον στρατιωτικό αρχηγό της 3ης Σεπτεμβρίου, ως πρωθυπουργό. Μια μικρή αναδρομή στη διαδρομή του Καλλέργη από εκείνη τη βραδιά ως το 1854 είναι αναγκαία και εξόχως διδακτική.
Η προσπάθεια του Όθωνα να ανατρέψει τα αποτελέσματα της 3ης Σεπτέμβρη είχε και την πτυχή της εξόντωσης των αρχηγών της, πρωτίστως του Καλλέργη. Στις 11 Αυγούστου 1845 ο τότε υπουργός Στρατιωτικών Κίτσος Τζαβέλας κοινοποίησε διαταγή στον Καλλέργη με την οποία παυόταν από υπασπιστής του βασιλιά και διοριζόταν νομο επιθεωρητής στην Αρκαδία! Ο Καλλέργης αντέδρασε έντονα και μετά την προσβλητική άρνηση του Όθωνα να ανακαλέσει τη διαταγή ζήτησε πολιτικό άσυλο στην αγγλική πρεσβεία.
Η Αγγλία, η οποία στήριζε κάθε εχθρική προς τον Όθωνα κίνηση, διέθεσε πολεμικό πλοίο για να τον μεταφέρει στο Λονδίνο. Εκεί συνδέθηκε με τον Γάλλο πρίγκιπα Λουδοβίκο Βοναπάρτη, έναν άλλον «εξόριστο». Ο Καλλέργης επέστρεψε πρόσκαιρα στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε πρώτα στο Άργος, στη συνέχεια στο Ναύπλιο και τελικά στην Ύδρα. Η ασφυκτική παρακολούθηση από την αστυνομία τον έκανε να ξαναφύγει για το Παρίσι, όπου πλέον ο φίλος του πρίγκιπας ήταν ο αυτοκράτορας Ναπολέων Γ΄.
Επέστρεψε ξαφνικά, στα τέλη Φλεβάρη του 1854, πάνω στην έξαρση του Κριμαϊκού Πολέμου και το ξέσπασμα των κινημάτων σε Ήπειρο και Θεσσαλία. Περίεργη σύμπτωση, που την έκαναν ακόμη πιο περίεργη οι συνεχείς δημόσιες αναφορές του πως οι Αγγλογάλλοι θα επενέβαιναν στρατιωτικά στην Ελλάδα και τον ίδιον «θα τον ονόμαζον ανώτατον αρχηγόν, επιτετραμμένον το δεσμείν και λύειν».
Οι «προφητείες» του δικαιώθηκαν, όπως είδαμε, και η Γαλλία έδωσε μεγάλη μάχη για να τον επιβάλει ως πρωθυπουργό. Δεν τα κατάφερε όμως, ισχυρή μεν η Γαλλία, ισχυροτέρα δε η Αγγλία. Ο Καλλέργης, πάντως, «αποζημιώθηκε» παίρνοντας το κρίσιμο υπουργείο Στρατιωτικών. Από τότε και στο εξής, μόνο πολιτικός και προσωπικός κατήφορος χαρακτήρισε την παρουσία του. Λειτουργούσε ανεξέλεγκτα με τις πλάτες του γαλλικού στρατού, «βουλευόμενος και ενεργών μάλλον ως φίλος του αυτοκράτορος Ναπολέοντος Γ΄ ή ως Έλλην στρατηγός».
Αποκορύφωμα ήταν η μετατροπή του Παρθενώνα σε χασαποταβέρνα! Ο χαρακτηρισμός δεν είναι μεταφορικός, όσο απίστευτο και αν ακούγεται. Στις 10 Ιουνίου 1854, έκπληκτοι οι Αθηναίοι είδαν να ανεβάζουν στην Ακρόπολη σούβλες με αρνιά, καζάνια, τραπέζια και καρέκλες. Στις 4 μ.μ. ο στρατηγός Καλλέργης υποδέχτηκε στα Προπύλαια διακόσιους πενήντα καλεσμένους, στη μεγάλη τους πλειονότητα Άγγλους και Γάλλους αξιωματικούς. Στο τραπέζι που στρώθηκε στον Παρθενώνα φιγουράριζαν ο πρέσβης της Αγγλίας Γουάιζ, ο νομάρχης Αττικοβοιωτίας, ο αρχηγός της αστυνομίας και μόνο ένας υπουργός, ο Ρήγας Παλαμήδης. Στους υπόλοιπους είχε απομείνει, ως φαίνεται, λίγη ντροπή.
Ο Καλλέργης επιχειρούσε να δημιουργήσει «δεσμούς φιλίας» μεταξύ των στρατευμάτων, πλευρά κρίσιμη για την επίτευξη των στόχων του. Άλλωστε στις 2 Ιουνίου είχε εκδώσει μια εγκύκλιο αληθινό μνημείο υποτέλειας:
«Εχθροί τινές της δημοσίας τάξεως, υπηρετούντες συμφέροντα αντίθετα προς τα του έθνους, διαδίδουσιν επιβούλως πως ο συμμαχικός στρατός υποκρύπτει σκοπούς πολεμίους. Οφείλετε να ελέγξετε τέτοια εθνοφθόρα ψεύδη και να εξηγήσετε καθαρώς […] ότι αι δυνάμεις της Αγγλίας και της Γαλλίας, οι επιδαψιλεύσασαι τοσαύτα ευεργετήματα εις την Ελλάδαν, άλλο δεν προετάθησαν ει μη να προφυλάξωσιν τον τόπον ημών από τας δεινάς συνεπείας πολιτικής καταδικασθείσης ομοφώνως υπό της Ευρώπης. Υπό ευρωπαϊκήν άρα έποψιν θεωρούμενου του ζητήματος, η παρουσία του ευρωπαϊκού στρατού, αντί να προσβάλλει την ανεξαρτησίαν ημών, απεναντίας θέλει συντελέσει εις το να καταστήσει το ελληνικόν κράτος εξωτερικώς απρόσβλητον. […]»
Ένα «ροζ» σκάνδαλο με πολιτικές προεκτάσεις
Το «ροζ σκάνδαλο» του 1855 συνδέθηκε άμεσα με την πτώση της κυβέρνησης Μαυροκορδάτου και με τη σύγκρουση του Καλλέργη με το παλάτι. Το πρόσωπο που βρέθηκε στο επίκεντρο ήταν η Μάσιγκα Δεληγιάννη, σύζυγος του Πέτρου Δεληγιάννη, ο οποίος είχε διατελέσει υπουργός Εξωτερικών. Σύμφωνα με τις αφηγήσεις της εποχής, η σχέση της με τον σύζυγό της ήταν προβληματική και κάποια στιγμή εκείνη εγκατέλειψε τη συζυγική κατοικία και εγκαταστάθηκε στο «Ξενοδοχείο της Αγγλίας» στην οδό Αιόλου.
Σύντομα κυκλοφόρησε στην Αθήνα η φήμη ότι η Μάσιγκα είχε ερωτική σχέση με τον Καλλέργη. Η φημολογία πήρε διαστάσεις και έγινε αντικείμενο συζήτησης στα αθηναϊκά καφενεία και σαλόνια και αξιοποιήθηκε πολιτικά στη σφοδρή αντιπαράθεση ανάμεσα στον Καλλέργη και το βασιλικό περιβάλλον. Η Αμαλία αρνήθηκε να δεχθεί τη Μάσιγκα, όταν εκείνη προσπάθησε να ζητήσει τη βοήθειά της και απαγόρευσε στις κυρίες της αυλής να τη δεχθούν στα σπίτια τους.
Ο Καλλέργης θεωρούσε τις κατηγορίες συκοφαντικές. Όταν οργανώθηκε βασιλική δεξίωση απουσίασε επικαλούμενος ασθένεια και έστειλε επιστολή στον Μαυροκορδάτο στην οποία διαμαρτυρόταν για τις «χυδαίες συκοφαντίες» που είχαν διαδοθεί εναντίον του. Ο βασιλιάς εξοργίστηκε και ζήτησε από τον πρωθυπουργό να απομακρύνει τον Καλλέργη από την κυβέρνηση. Ο Μαυροκορδάτος προσπάθησε να αποφύγει την άμεση ρήξη, επικαλούμενος ακόμη και την ανάγκη να ζητηθεί η γνώμη της Γαλλίας, καθώς ο Καλλέργης είχε την υποστήριξη των Γάλλων. Τελικά, μετά από έντονες πιέσεις προς τη γαλλική πλευρά και το διπλωματικό παρασκήνιο, ο Καλλέργης παραιτήθηκε. Λίγο αργότερα παραιτήθηκε και ο Μαυροκορδάτος, με αποτέλεσμα να τερματιστεί η κυβέρνηση.
Ο Καλλέργης στην «έξωση» του Όθωνα
Μετά την πτώση της κυβέρνησης Μαυροκορδάτου, η πολιτική επιρροή του Καλλέργη μειώθηκε. Παρόλα αυτά εκλέχθηκε βουλευτής την περίοδο 1856–1859, ενώ αργότερα ανέλαβε διπλωματικές αποστολές. Το 1861 διορίστηκε επίσημα πρέσβης της Ελλάδας στο Παρίσι.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1860 η δυσαρέσκεια εναντίον του Όθωνα αυξανόταν. Υπήρχαν αντιδράσεις για τον τρόπο άσκησης της εξουσίας, για τις πολιτικές παρεμβάσεις του βασιλιά και για τη γενικότερη λειτουργία του πολιτικού συστήματος. Ο Καλλέργης, που βρισκόταν στο Παρίσι, συνδέθηκε με τις αντιοθωνικές κινήσεις. Παρόλα αυτά, τον Δεκέμβριο του 1860 ο Όθωνας κάλεσε τον Καλλέργη και του πρότεινε να σχηματίσει κυβέρνηση. Ο Καλλέργης αρνήθηκε. Το 1862, μετά την «έξωση» του Όθωνα εξελέγη πληρεξούσιος στη Β΄ Εθνοσυνέλευση.
Το τέλος...
Με την άνοδο του Γεωργίου Α΄, ο Καλλέργης δεν αποσύρεται. Το 1866 επιστρέφει στην Ελλάδα και διορίζεται σταυλάρχης του Γεωργίου Α΄χωρίς να εγκαταλείπει τις πολιτικές του επιδιώξεις. Πρότεινε στον Γεώργιο να αναλάβει το Υπουργείο Εξωτερικών, υποστηρίζοντας ότι με τη βοήθεια της Γαλλίας και της Ιταλίας μπορούσε να προωθήσει τη Μεγάλη Ιδέα. Η πρόταση δεν έγινε αποδεκτή.
Ωστόσο, η υγεία του ήταν πλέον πολύ κακή. Τον Σεπτέμβριο του 1866 παραιτήθηκε από την αρχηγία της Κρητικής Επανάστασης. Τον Ιανουάριο του 1867 διορίστηκε πρέσβης της Ελλάδας στις Ηνωμένες Πολιτείες, δεν πρόλαβε όμως να υπηρετήσει. Κατά τη διάρκεια της μετακίνησής του αρρώστησε και επέστρεψε στην Ελλάδα. Πέθανε στην Αθήνα τον Απρίλιο του 1867.
Ήρωας ή αρριβίστας;
Παρακολουθώντας τη ζωή, τη στρατιωτική και πολιτική παρουσία του Καλλέργη, βρισκόμαστε μπροστά σε ένα κλασικό ερώτημα: Πώς θα τον χαρακτηρίζαμε; Ήρωα, στηριζόμενοι στην πολεμική του δράση κατά την επανάσταση του 1821 και στον ηγετικό του ρόλο στην εξέγερση της 3ης Σεπτέμβρη; Τυχοδιώκτη, καθώς μας ζαλίζουν οι «στροφές» του: από ευνοούμενος της Ρωσίας σε προστατευόμενος της Αγγλίας και τελικά όργανο της Γαλλίας; Αρριβίστα, βλέποντας τον πρωταγωνιστή της εξέγερσης της 3ης Σεπτέμβρη να γίνεται ...Σταυλάρχης του Γεώργιου Α΄; Ξενόδουλο, μιας και ο ίδιος άνθρωπος, που με το πιστόλι εμπόδισε τους πρεσβευτές των Μεγάλων Δυνάμεων, μετά από 10 χρόνια, ως υπουργός «Κατοχής», μετέτρεπε τον Παρθενώνα σε χασαποταβέρνα για τον στρατό κατοχής;
Είναι πολύ συνηθισμένο οι πρωταγωνιστές της ιστορικής εξέλιξης να παρασύρονται από τις στροφές της και να γίνονται «και άγγελοι και διάβολοι», για να χρησιμοποιήσουμε την περίφημη φράση με την οποία ο Καραισκάκης χαρακτήρισε τον εαυτό του. Μπορούν όλα αυτά να συνυπάρξουν σε μια εποχή, σε έναν τόπο, σε έναν άνθρωπο; Η «μαμά η διαλεκτική», για να θυμηθούμε και το περίφημο θεατρικό έργο του Ιάκωβου Καμπανέλη, λέει πως μπορούν και το παράδειγμα του Καλλέργη είναι χαρακτηριστικό. Λιγότερες ηρωοποιήσεις ή δαιμονοποιήσεις λοιπόν, περισσότερη αλήθεια ώστε η ιστορία να έχει τον παιδευτικό της ρόλο.
(Ο Σπύρος Αλεξίου είναι ιστορικός και συγγραφέας)

































