Για τα Ψαρά η επίσημη ιστορία αφιερώνει λίγες αράδες: η πατρίδα του Κωνσταντίνου Κανάρη, οι πυρπολητές, η «ολόμαυρη ράχη» του Σολωμού. Όμως η ιστορία τους είναι κάτι πολύ μεγαλύτερο, μια αλυσίδα συναρπαστικών καταστάσεων μιας άλλης Ελλάδας. Η καταστροφή τους, στις 21 Ιούνη του 1824, και όσα συνέβησαν – και κατά κανόνα αποκρύπτονται – είναι ενδεικτικά του πλέγματος των σχέσεων που καθόρισαν την πορεία της επανάστασης.
Ο βράχος στη μέση του Αιγαίου
Στην αρχαιότητα ονομαζόταν Ψύρα ή Ψιρύη, ο πρώτος που τον μνημόνευσε ήταν ο Όμηρος στη Ραψωδία Γ΄της Οδύσσειας: «άπαξ μόνον ποιείται μνείαν της προκειμένης νήσου ονομάζων αυτήν Ψυρίην». Ο Στράβων τον ανέφερε ως «εἶτα μέλαινα ἄκρα, καθ’ ἣν τὰ Ψύρα». Κατοικήθηκε και ερημώθηκε πολλές φορές. «Ναύαρχος τις της Βενετίας κατά το έτος 1553 διευθυνόμενος εις Σμύρνην ελιμενίσθη εις Ψαρά, και σημειοί εις το ημερολόγιόν του ότι τα ηύρεν έρημα», γράφει ο ψαριανός ναύαρχος Νικόδημος στο «Υπόμνημα της νήσου Ψαρών».
Κατά τον 17ο αιώνα άρχισε να κατοικείται και πάλι από Έλληνες από την Εύβοια, τη Θεσσαλία, την Ήπειρο, τη Χίο κ.α.. Τα Ψαρά έγιναν ένα μικρό απόρθητο φρούριο με ισχυρή ναυτική παρουσία. Συμμετείχαν στην Επανάσταση του 1770, οι πιο γνωστοί καπετάνιοι τους ήταν ο Ιωάννης Βαρβάκης και ο Δημήτριος Μακρής. Είχαν οπλίσει πλοία, με τα οποία προξενούσαν ανυπολόγιστες καταστροφές στους Τούρκους. Δεν περιορίζονταν στα παράλια, έκαναν αποβάσεις και προχωρούσαν στο εσωτερικό, αρπάζοντας κανόνια και πολεμοφόδια για την οχύρωσή τους.
Η δημοκρατική διοίκηση των Ψαρών
Ενώ τα άλλα ναυτικά νησιά, όπως η Ύδρα και οι Σπέτσες, τα κυβερνούσαν οι μεγαλοεφοπλιστές σε αγαστή συνεργασία με τον Καπουδάν Πασά, τα Ψαρά είχαν δημοκρατική διοίκηση. Κάθε Μάρτη γινόταν συνέλευση από την οποία εκλέγονταν 40 αντιπρόσωποι των τάξεων: καραβοκύρηδες, καπεταναίοι, έμποροι, παρτσινέβελοι (βαρκάρηδες) και μαρινάροι (ναύτες). Κλείνονταν σε ένα σπίτι και δεν έβγαιναν αν δεν εξέλεγαν τους τέσσερις δημογέροντες. Η μεγάλη σφραγίδα του νησιού ήταν χωρισμένη σε τέσσερα κομμάτια και κάθε δημογέροντας έπαιρνε από ένα. Κάθε απόφαση απαιτούσε ομοφωνία. Αυτή η δημοκρατική νοοτροπία εκφραζόταν και στην κοινωνική ζωή· είναι χαρακτηριστική η επισήμανση του Ζαν Φιλίπ Ζουρντάν, ο οποίος επισκέφθηκε το νησί το 1822:
«Οι Ψαριανές δε ζούνε κλεισμένες στα σπίτια τους όπως στην Ύδρα και στις Σπέτσες, μα χαίρονται απόλυτη ελευθερία, χωρίς να κάνουν κατάχρηση».
Ήταν αναμενόμενη, βέβαια, η απέχθεια των μεγαλοκαραβοκύρηδων της Ύδρας και των Σπετσών για το δημοκρατικό σύστημα των Ψαρών. Γράφει ειρωνικά ο Υδραίος Σαχτούρης: «εφαντάσθησαν ότι ήναι άλλοι Αθηναίοι, και ονόμασαν την τοπικήν Διοίκησίν τους, Βουλήν των Ψαρρών».
Καλοδεχούμενοι οι πρόσφυγες
Το ελεύθερο νησί ήταν φυσικό να ελκύει πρόσφυγες. Ο στόλος του κατά την επιστροφή του από τις καταδρομές, εκτός από τα λάφυρα, έφερνε και τους Έλληνες των περιοχών που λεηλατούσε για να τους σώσει από τα αντίποινα· σε όλους αυτούς τους πρόσφυγες οι Ψαριανοί έδειξαν αλληλεγγύη. Όλες οι μικρές εξοχικές οικίες είχαν παραχωρηθεί από τη Βουλή των Ψαρών για τη στέγαση των προσφύγων. Υπολογίζεται πως από τις αρχές του 19ου αιώνα μέχρι την καταστροφή τους είχαν περιθάλψει πάνω από 100.000 πρόσφυγες. Το 1824, όταν έγινε η καταστροφή, υπήρχαν στο μικρό αυτό νησί περίπου 23.000 πρόσφυγες, ενώ οι Ψαριανοί υπολογίζονταν σε 7.000.
Ενδεικτική της νοοτροπίας των Ψαριανών ήταν η στάση τους απέναντι στους πρόσφυγες της Χίου μετά τη σφαγή του 1822. Όσοι Χιώτες είχαν γλιτώσει συγκεντρώθηκαν στα δυτικά παράλια του νησιού: οκτώ ψαριανά πολεμικά πλοία και δύο πυρπολικά έφτασαν στη Βολισσό. Όλοι οι άμαχοι διασώθηκαν και μεταφέρθηκαν στα Ψαρά, όπου τους προσφέρθηκαν στέγη, τροφή και ρούχα.
Η καταστροφή... περίεργα πράγματα συνέβησαν!
Τον Ιούνη του 1824 η Οθωμανική Αυτοκρατορία επιτέθηκε με τεράστιες δυνάμεις σε έναν ξερόβραχο. Ο θρύλος λέει πως ο σουλτάνος Μαχμούτ ζήτησε να του δείξουν στον χάρτη πού είναι αυτά τα Ψαρά τα οποία είχαν γίνει μύθος:
«ιδών την τόσον μικράν ταύτην νήσον, ήτις τοσούτον ετάραξεν αυτόν και τους υπηκόους του, εμελέτησε την καταστροφήν της και διέταξε την κατ’ αυτής εκστρατείαν, αφού πρώτον έξεσεν από του χάρτου αυτήν διά του όνυχός του», γράφει ο Νικόδημος.
Οι Οθωμανοί κατόρθωσαν να μετατρέψουν το νησί σε «ολόμαυρη ράχη». Διασώθηκαν, σπάζοντας με τα πλοία τους τον κλοιό, περίπου 3.000 Ψαριανοί και 6.000 πρόσφυγες. Τα γεγονότα είναι γνωστά, αξίζει να επισημανθεί η στάση του ελληνικού κράτους και εξωτερικών παραγόντων. Η ελληνική κυβέρνηση ελεγχόταν από το αγγλικό κόμμα με πρόεδρο τον Υδραίο πλοιοκτήτη Γ. Κουντουριώτη. Ας δούμε την αλληλουχία των γεγονότων.
Στις 8 Ιούνη 1824 ο ενωμένος τουρκοαιγυπτιακός στόλος, με επικεφαλής τους Χουσεΐν Μπέη και Ισμαήλ Γιβραλτάρ, επιτέθηκε στην Κάσο. Παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις των κατοίκων του νησιού, ο ελληνικός στόλος δεν κινήθηκε λόγω «έλλειψης χρημάτων». Ας σημειώσουμε πως ήταν η εποχή των εκατομμυρίων χρυσών λιρών από τα αγγλικά «δάνεια»! Η Κάσος κατελήφθη και ακολούθησε η σφαγή των κατοίκων της. Οι πάντες προειδοποίησαν την κυβέρνηση πως ο επόμενος στόχος θα ήταν τα Ψαρά. Αναφέρουμε ενδεικτικά τον Οδυσσέα Ανδρούτσο και τους έπαρχους της Μυκόνου και του Πόρου.Τις ίδιες ημέρες οι Ψαριανοί δέχτηκαν την επίσκεψη ενός γαλλικού πλοίου. Ο πλοίαρχός του τους μετέφερε την πρόταση να εγκαταλείψουν το νησί. Οι Ψαριανοί την απέρριψαν και ενημέρωσαν την κυβέρνηση:
«Η δε Βουλή των Ψαρών αναγγέλλει εις την Διοίκησιν τον προφανέστατον κίνδυνον της πατρίδος, ένεκα της ακινησίας του ελληνικού στόλου, και ότι ο εχθρός θέλει να εκτελέση τους θηριώδεις σκοπούς του, παραγγέλουσα ότι η έκπλευσις του ελληνικού στόλου θα ματαιώσει τα σχέδιά του».
Ας προσέξουμε τις ημερομηνίες. Στις 10 Ιουνίου οι πρόκριτοι της Ύδρας ενημέρωσαν την κυβέρνηση του συντοπίτη τους Γ. Κουντουριώτη:
«Πληροφορείσθε την ανέλπιστον και αξιοθρήνητον συμφοράν της Κάσου».
Στις 17 Ιούνη 27 ελληνικά πλοία και 4 μπουρλότα με ναύαρχο τον Σαχτούρη απέπλευσαν... για να πάνε πού; Η λογική λέει πως θα πήγαιναν να υπερασπιστούν τα Ψαρά που κινδύνευαν. Κόντρα σε κάθε λογική, ο ελληνικός στόλος έφτασε στις 21 Ιουνίου στην Κάσο, η οποία είχε ήδη καταστραφεί από τις 8 του μηνός. Και τα Ψαρά αφέθηκαν ανυπεράσπιστα, την ίδια μέρα τους επιτέθηκαν οι Οθωμανοί. Αδιανόητη αστοχία, τέτοιου βαθμού που είναι πολύ αμφίβολο αν επρόκειτο για απλή αστοχία.
Υπήρξαν όμως και οι Ευρωπαίοι. Είδαμε πως στις αρχές Ιουνίου έφτασε στα Ψαρά ένα γαλλικό πλοίο με… προτάσεις. Μετά την απόρριψή τους, εμφανίστηκε στις 10 Ιουνίου στα Ψαρά γαλλικό πολεμικό πλοίο που «βόλιζε» [σ.σ. βυθομετρούσε] τα νερά και ερευνούσε την καταλληλότητα των ακτών για απόβαση. Για το πολύ σοβαρό αυτό γεγονός, που η επίσημη ιστορία αποκρύπτει, υπάρχει η μαρτυρία του αυτόπτη Νικόδημου, η εντιμότητα και η εγκυρότητα του οποίου δεν αμφισβητούνται, καθώς και οι αναφορές των Ν. Σπηλιάδη, Αλ. Σούτσου κ.ά. Η πληροφορία αναφέρεται επίσης στο φύλλο 27 της υδραίικης εφημερίδας «Ο φίλος του νόμου», με ημερομηνία 16 Ιουνίου 1824, δηλαδή πέντε ημέρες πριν από την επίθεση των Τούρκων στα Ψαρά.
Η πιο σημαντική μαρτυρία, ωστόσο, είναι του ακόλουθου στο προξενείο της Γαλλίας στη Σμύρνη Κλοντ Ντενί Ραφενέλ, ο οποίος εξέδιδε την εφημερίδα «Courrier de Smyrne», με φιλοτουρκική στάση αρχικά. Στο έργο του «Ιστορικά γεγονότα στην Ελλάδα», το οποίο εκδόθηκε το 1825, μιλά ξεκάθαρα για την παρουσία Γαλλικού πλοίου που βυθομέτρησε, σε συνεννόηση με τους Τούρκους, και ερεύνησε τα σημεία απόβασης. Το κυριότερο: ο Ραφενέλ συνδέει ευθέως με αυτήν την πράξη τους Γάλλους εμπόρους της Σμύρνης, τους περίφημους «Λεβαντίνους».
Η Σμύρνη αποτελούσε μεγάλη εμπορική πύλη στην Ανατολή. Οι έμποροι, κυρίως Γάλλοι, εκμεταλλευόμενοι την πλήρη αποχή των Τούρκων από τις εμπορικές δραστηριότητες, κυριολεκτικά θησαύριζαν. Την ησυχία των ναυτικών εμπορικών δρόμων χαλούσαν οι Ψαριανοί, όντας στο κέντρο του Αιγαίου, με τις συνεχείς επιδρομές τους, που έφταναν μέχρι τον κόλπο της Σμύρνης. Συχνά, φυσικά, κούρσευαν και πλοία δυτικών συμφερόντων. Εκτός από τις απώλειες σε πλοία και εμπορεύματα, οι Λεβαντίνοι έμποροι αντιμετώπιζαν και την κατακόρυφη αύξηση των ασφαλίστρων για τις μεταφορές από τις εταιρείες του Λονδίνου.
Στις 12 Δεκεμβρίου 1823 στάλθηκε από το γαλλικό προξενείο της Σμύρνης επιστολή προς τους «Κυρίους προκρίτους της νήσου Ψαρών», η οποία αναφερόταν στην ταραχή του εμπορίου και καλούσε τους Ψαριανούς να πάψουν τις πολεμικές επιχειρήσεις, μεταφέροντας τις διαμαρτυρίες των εμπόρων. Οι Ψαριανοί απάντησαν με δική τους επιστολή στις 16 Δεκεμβρίου, στην οποία, αφού δήλωναν πως κατανοούσαν την ταραχή του εμπορίου, εξηγούσαν πως υπεύθυνη ήταν η οθωμανική αταξία και βαρβαρότητα· κατέληγαν δε στην εκπληκτική πρόταση να μεσολαβήσει το γαλλικό προξενείο ώστε η Οθωμανική αυτοκρατορία να πληρώνει φόρο στα Ψαρά! Έπειτα από αυτήν την απάντηση οι χριστιανοί, πολιτισμένοι (...) Λεβαντίνοι έμποροι έπραξαν με βάση τη διαχρονική ηθική τους.
Πρόσφυγες οι Ψαριανοί
Οι Ψαριανοί έγιναν με τη σειρά τους πρόσφυγες. Οι περισσότεροι κατέφυγαν στις Σπέτσες, αφού οι πλούσιοι καραβοκύρηδες της Ύδρας τους αντιμετώπισαν με αδιαφορία. Εκεί η κατάσταση ήταν ανυπόφορη και η κυβέρνηση Κουντουριώτη έστεκε, παρά τις εκκλήσεις, απαθής.Τελικά μεταφέρθηκαν στη Μονεμβασιά, τα χαλάσματα και σε λίγα έρημα σπίτια στοιβάχτηκαν χιλιάδες άνθρωποι. Εκτός από τις τραγικές συνθήκες, το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν η τροφή.
Η κυβέρνηση αδιαφορούσε, οπότε σώθηκαν από ένα θαύμα: ο Βαρβάκης, ο ήρωας της Επανάστασης του 1770, 80 ετών πια και βαθύπλουτος, κατέβηκε στην Ελλάδα τον Μάη του 1824, επισκέφθηκε τη Μονεμβασιά και έσωσε τους Ψαριανούς. Το ίδιο θέλησε να κάνει και με ολόκληρη την Ελλάδα, αλλά η κυβέρνηση, σε συνεργασία με τους Άγγλους, τον έκλεισε στο λοιμοκαθαρτήριο της Ζακύνθου και τον πέθανε. Αν έδινε τα χρήματα άτοκα ο Βαρβάκης, κλέφτες θα γίνονταν οι Άγγλοι τραπεζίτες; Δύο ημέρες πριν από τον θάνατό του άφησε στη διαθήκη του μεγάλα ποσά για τα Ψαρά και για να εξαγοραστούν οι Ψαριανοί σκλάβοι.
Οι Ψαριανοί δεν μπορούσαν να παραμείνουν στη Μονεμβασιά, οπότε σκόρπισαν σε Τήνο, Μύκονο, Σύρο και, κυρίως, Αίγινα. Τελικά το 1830 το κράτος τούς έδωσε έναν τόπο κοντά στην Ερέτρια, βαλτώδη και ακαλλιέργητο, και αρκετοί εγκαταστάθηκαν εκεί δημιουργώντας τα Νέα Ψαρά.
Σήμερα, το επίσημο κράτος «υμνεί» τον ηρωισμό τους. Πάντα έτσι κάνει με τους επαναστάτες, αρκεί ... να είναι του παρελθόντος!
(Ο Σπύρος Αλεξίου είναι ιστορικός και συγγραφέας - Το βιβλίο του «Προδομένο Μεσολόγγι» κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία από τις εκδόσεις «ΤΟΠΟΣ»)






























