Το τραγικό γεγονός της Ηλιούπολης, όπου δύο δεκαεπτάχρονα κορίτσια έπεσαν από τον έκτο όροφο πολυκατοικίας, δεν προσφέρεται για εύκολα συμπεράσματα. Μόνο για σιωπή, ενσυναίσθηση και σκέψη. Κάθε τραγωδία, ιδίως όταν αφορά παιδιά ή εφήβους, λειτουργεί σαν καθρέφτης: δε μας δείχνει απλώς το γεγονός, αλλά και το περιβάλλον μέσα στο οποίο γεννήθηκε. Και αυτό το περιβάλλον, σε μεγάλο βαθμό, είναι η οικογένεια, το σχολείο, η κοινότητα, δηλαδή εμείς οι ενήλικοι.
Η εφηβεία είναι μια περίοδος μετάβασης. Δεν είναι ούτε παιδική ηλικία ούτε ενήλικη ζωή· είναι ένα εύθραυστο ενδιάμεσο. Ο έφηβος αναζητά ταυτότητα, αναγνώριση, νόημα. Θέλει να ακουστεί χωρίς να ελέγχεται, να τον εμπιστεύονται χωρίς να τον εγκαταλείπουν. Οι γονείς συχνά παγιδεύονται ανάμεσα σε δύο άκρα υπερπροστασία ή απομάκρυνση. Όμως η ουσιαστική γονεϊκή στάση δεν είναι ο έλεγχος ούτε η αδιαφορία· είναι η διαρκής παρουσία.
Η παρουσία δε σημαίνει επιτήρηση. Σημαίνει διαθεσιμότητα. Να είσαι εκεί όταν το παιδί θέλει να μιλήσει. Να παρατηρείς τις αλλαγές στη συμπεριφορά χωρίς να τις δραματοποιείς. Να διατηρείς ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας, ακόμη κι όταν η κουβέντα είναι δύσκολη. Τα παιδιά και οι έφηβοι δεν αποκαλύπτουν πάντα με λόγια όσα βιώνουν. Μερικές φορές το δείχνουν με τη σιωπή τους.
Η εμπιστοσύνη είναι θεμέλιο. Όταν ο έφηβος νιώθει ότι μπορεί να μιλήσει χωρίς να τιμωρηθεί, είναι πολύ πιθανότερο να ζητήσει βοήθεια όταν τη χρειάζεται. Η αυστηρότητα χωρίς διάλογο κλείνει πόρτες. Η αγάπη χωρίς όρια δημιουργεί σύγχυση. Χρειάζεται ισορροπία: σαφή όρια, αλλά και κατανόηση. Καθοδήγηση, αλλά και σεβασμός στην προσωπικότητα που διαμορφώνεται.
Εξίσου σημαντική είναι η παρατήρηση των σημαδιών. Απότομες αλλαγές στη διάθεση, απομόνωση, έντονη ευαισθησία, αναφορές σε απελπισία ή αίσθημα κενού δεν πρέπει να αγνοούνται. Δεν είναι πάντα «φάσεις». Μερικές φορές είναι εκκλήσεις για βοήθεια. Και η βοήθεια δεν είναι ένδειξη αδυναμίας· είναι πράξη ωριμότητας. Η έγκαιρη αναζήτηση υποστήριξης από ειδικούς ψυχικής υγείας μπορεί να κάνει τη διαφορά.
Οι γονείς καλούνται επίσης να διδάσκουν με το παράδειγμα. Ο τρόπος που διαχειρίζονται το άγχος, τη σύγκρουση, την απογοήτευση γίνεται μοντέλο για τα παιδιά. Η ψυχραιμία, η συζήτηση και η αποδοχή των συναισθημάτων μέσα στο σπίτι δημιουργούν ένα ασφαλές συναισθηματικό πλαίσιο. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, ακόμη και οι κρίσεις μπορούν να συζητηθούν.
Τέλος, είναι κρίσιμο να θυμόμαστε ότι κανένας γονιός δεν είναι μόνος. Η ανατροφή παιδιών δεν είναι ατομικό έργο, αλλά συλλογική ευθύνη. Το σχολείο, οι φίλοι, οι κοινωνικές δομές και οι υπηρεσίες στήριξης αποτελούν δίκτυο προστασίας. Η συνεργασία με αυτούς τους θεσμούς δε μειώνει τον ρόλο του γονέα· τον ενισχύει. Η ζωή είναι εύθραυστη. Αυτό το γνωρίζουμε θεωρητικά, αλλά συχνά το συνειδητοποιούμε μόνο μέσα από τον πόνο. Το ζητούμενο, όμως δεν είναι η ενοχή, αλλά η πρόληψη. Όχι η αναζήτηση φταίχτη, αλλά η καλλιέργεια σχέσεων εμπιστοσύνης. Όχι ο φόβος, αλλά η εγρήγορση.
Κάθε παιδί χρειάζεται τρία πράγματα: να το βλέπουν, να το ακούν και να το αγαπούν χωρίς όρους. Όταν αυτά συνυπάρχουν, μειώνονται οι σιωπές που κρύβουν κινδύνους. Και η οικογένεια γίνεται πραγματικά αυτό που οφείλει να είναι: χώρος ασφάλειας, όχι απλώς χώρος συνύπαρξης.
Αποστόλης Ζυμβραγάκης,
Φιλόλογος M.Ed, Συγγραφέας.






























