Η αυξανόμενη πίεση που δέχονται τα δημόσια οικονομικά των ανεπτυγμένων οικονομιών επαναφέρει στο προσκήνιο τον φόβο μιας νέας κρίσης χρέους, με οικονομολόγους να προειδοποιούν ότι οι κυβερνήσεις δεν μπορούν να βασίζονται επ’ αόριστον στην ανοχή των αγορών.
Σε ανάλυσή τους οι οικονομολόγοι Τζερομίν Ζετελμάιερ και Ζολτ Ντάρβας υποστηρίζουν ότι χώρες όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Γαλλία, το Βέλγιο και το Ηνωμένο Βασίλειο βρίσκονται αντιμέτωπες με μια ολοένα και πιο δύσκολη δημοσιονομική πορεία, καθώς τα επίπεδα του δημόσιου χρέους αναμένεται να αυξηθούν σημαντικά τις επόμενες δύο δεκαετίες.
Παρά το γεγονός ότι οι κυβερνήσεις εξακολουθούν να έχουν πρόσβαση σε δανεισμό με σχετικά ευνοϊκούς όρους, οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι οι χρηματοπιστωτικές αγορές εμφανίζονται πλέον πιο ευαίσθητες στις αρνητικές ειδήσεις που αφορούν τις οικονομικές προοπτικές ή τη βιωσιμότητα του χρέους. Μια αύξηση των επιτοκίων δανεισμού θα μπορούσε να επιβαρύνει ακόμη περισσότερο τις ήδη πιεσμένες οικονομίες, καθιστώντας δυσκολότερη τη σταθεροποίηση των δημόσιων οικονομικών.
Οι ελπίδες ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα ενισχύσει την παραγωγικότητα και συνεπώς την ανάπτυξη ενδέχεται να λειτουργήσουν υποστηρικτικά, ωστόσο οι αναλυτές τονίζουν ότι η επίδραση αυτή παραμένει αβέβαιη τόσο ως προς το μέγεθος όσο και ως προς τον χρονικό ορίζοντα. Την ίδια στιγμή, η γήρανση του πληθυσμού, η επιβράδυνση της ανάπτυξης και οι γεωπολιτικές εντάσεις που επηρεάζουν το παγκόσμιο εμπόριο λειτουργούν προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Σύμφωνα με τη μελέτη, αρκετές χώρες θα χρειαστούν μεγάλες δημοσιονομικές παρεμβάσεις για να σταθεροποιήσουν τα επίπεδα χρέους τους. Η Γαλλία και οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να πετύχουν πρωτογενές πλεόνασμα της τάξης του 1,3% του ΑΕΠ, ενώ το Βέλγιο και το Ηνωμένο Βασίλειο περίπου 1,8%. Η Ιταλία απαιτεί ακόμη μεγαλύτερη προσπάθεια, με στόχο το 2,5% του ΑΕΠ. Ωστόσο, λόγω των υψηλών ελλειμμάτων πολλές χώρες θα χρειαστεί να προχωρήσουν σε προσαρμογές άνω του 3% του ΑΕΠ, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις - όπως η Γαλλία και οι ΗΠΑ - η αναγκαία προσαρμογή αγγίζει το 5%.
Οι οικονομολόγοι εμφανίζονται επιφυλακτικοί απέναντι στις επίσημες κυβερνητικές προβλέψεις, επισημαίνοντας ότι αρκετά κράτη χρησιμοποιούν αισιόδοξες παραδοχές για την ανάπτυξη και τον πληθωρισμό. Η Γερμανία αναφέρεται χαρακτηριστικά ως παράδειγμα χώρας που στηρίζει τα δημοσιονομικά της σχέδια σε υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης από αυτούς που εκτιμούν διεθνείς οργανισμοί και αναλυτές.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο ιστορικό προηγούμενο χωρών που πέρασαν βαθιά κρίση χρέους μετά το 2008, όπως η Ελλάδα, η Πορτογαλία και η Ιρλανδία. Οι συγγραφείς σημειώνουν ότι οι τρεις αυτές οικονομίες, οι οποίες πριν από 15 χρόνια θεωρούνταν οι πιο αδύναμοι κρίκοι της Ευρωζώνης, κατάφεραν να επανέλθουν μέσω αυστηρής δημοσιονομικής πειθαρχίας και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Η Ελλάδα, ειδικότερα, κατέγραψε το 2024 πρωτογενές πλεόνασμα 4% του ΑΕΠ, επίπεδο σημαντικά υψηλότερο από αυτό που απαιτείται για τη σταθεροποίηση του χρέους.
Οι αναλυτές υπογραμμίζουν ότι η προσαρμογή ήταν επώδυνη και μακροχρόνια, ιδιαίτερα στην ελληνική περίπτωση, ωστόσο τελικά απέδωσε. Την περίοδο 2022–2025, Ελλάδα, Πορτογαλία και Ιρλανδία κατέγραψαν μέσους ετήσιους ρυθμούς ανάπτυξης υψηλότερους από εκείνον των ΗΠΑ.
Το βασικό συμπέρασμα της ανάλυσης είναι ότι η δημοσιονομική πειθαρχία, οι μεταρρυθμίσεις και, όπου χρειάζεται, η αναδιάρθρωση χρέους μπορούν να αποδώσουν μακροπρόθεσμα. Ωστόσο, οι συγγραφείς προειδοποιούν ότι τέτοιες αλλαγές σπάνια προκύπτουν μέσα από πολιτική βούληση. Αντιθέτως, στις περισσότερες περιπτώσεις επιβάλλονται από την πίεση των αγορών.
Το ιδανικό σενάριο, σύμφωνα με τη μελέτη, θα ήταν ένας συνδυασμός μεταρρυθμίσεων που ενισχύουν την ανάπτυξη, αλλαγών στα συνταξιοδοτικά και ασφαλιστικά συστήματα και φορολογικών παρεμβάσεων που αυξάνουν τα έσοδα χωρίς να πλήττουν την οικονομική δραστηριότητα. Ωστόσο, οι αναλυτές αναγνωρίζουν ότι πολιτικά πρόκειται για την πιο δύσκολη επιλογή.
Σε αντίθετη περίπτωση, δεν αποκλείεται ένα «σκληρό» σενάριο, στο οποίο μια απότομη αύξηση του κόστους δανεισμού θα μπορούσε να οδηγήσει ακόμη και σε κρίση χρέους. Όπως επισημαίνουν, όσο αυξάνεται το δημόσιο χρέος, τόσο μεγαλύτερος γίνεται ο κίνδυνος οι αγορές να αμφισβητήσουν τη βιωσιμότητά του, οδηγώντας τις κυβερνήσεις σε έκτακτα μέτρα ή σε νέα περίοδο οικονομικής αστάθειας.




























