Ο Ευθύμης Λέκκας βρέθηκε καλεσμένος, σήμερα, στην εκπομπή «Στούντιο 4». Ο καθηγητής Τεκτονικής και Εφαρμοσμένης Γεωλογίας, μίλησε, αρχικά για την σεισμική δόνηση στην Σαντορίνη και τα αυθαίρετα κτίσματα που υπάρχουν στο νησί. Τόνισε, μάλιστα, πως υπάρχουν πάνω από 400 πισίνες χωρίς άδεια.
«Τη δεκαετία του ’70 που πήγα πρώτη φορά στη Σαντορίνη τα πράγματα ήταν πολύ απλά με τα κτίρια και τα χωριά. Τώρα πια δεν την αναγνωρίζεις. Το 2000 είχαμε χαρτογραφήσει το φυσικό όριο της καλντέρας. Μετά από το όριο δεν μπορεί να έχει κατοχή κανείς. Αν πάτε, όμως, τώρα στην καλντέρα θα δείτε πως η μισή είναι χτισμένη, έχει κατέβει η δόμηση. Αυτό είναι επικίνδυνο γιατί αν πέσει μια βροχή ή γίνει κάποιος σεισμός αυτά θα πέσουν κατευθείαν», είπε ο καθηγητής.
«Αυτό το όριο που είχαμε χαρτογραφήσει το 2002 δεν πέρασε από τη Βουλή γιατί υπήρχαν μεγάλες πιέσεις. Βάσει στοιχείων του υπουργείου Περιβάλλοντος, αυτή τη στιγμή στην καλντέρα υπάρχουν πάνω 400 πισίνες οι οποίες είναι αυθαίρετες. Αλλά και όσες έχουν άδεια, αυτή είναι για κάτι άλλο. Υπάρχει παράβαση φυσικών νόμων και κανόνων στην Σαντορίνη. Δεν μπορεί να χτίζει κάποιος χωρίς όρια ασφαλείας», πρόσθεσε.
«Αν γίνει κάποιος μεγάλος σεισμός θα έχουμε πρόβλημα. Όταν ήταν σε εξέλιξη η σεισμική και ηφαιστειακή δραστηριότητα, αυτό το πρόβλημα προσπαθήσαμε να το λύσουμε με την απαγόρευση που κάναμε στην πρόσβαση και στην παραμονή σ’ αυτές τις περιοχές, ώστε να προφυλάξουμε τους κατοίκους και τους τουρίστες. Αυτό δεν συμβαίνει μόνο στη Σαντορίνη. Η πολεοδομία είναι η πιο αμαρτωλή υπηρεσία του δημοσίου», τόνισε.
Και συνέχισε λέγοντας: «Οι περιοχές με την αυξημένη επικινδυνότητα είναι και οι πιο όμορφες: Ιόνια Νησιά, Κρήτη, Δωδεκάνησα. Όπου υπάρχουν σεισμοί, υπάρχει και μοναδικό περιβάλλον γιατί όλο αυτό το κάλλος το δημιούργησε ο σεισμός».
«Στην Ελλάδα επηρεαζόμαστε από το ρήγμα της Ανατολίας»
Στη συνέχεια, ο Ευθύμης Λέκκας αναφέρθηκε στον πρόσφατο σεισμό της Κωνσταντινούπολης. Όπως σημείωσε, είναι λογικό να υπάρχει ανησυχία στην Ελλάδα μετά από σεισμό στην Τουρκία, λόγω του ρήγματος της Ανατολίας. Ωστόσο, διευκρίνισε πως δεν πρόκειται να δούμε αντίστοιχες εικόνες καταστροφής στη χώρα μας.
«Δεν μπορούμε να συγκριθούμε με την Τουρκία. Οι κατασκευές ήταν παλιές και κακές. Αυτή την εικόνα που είδαμε εκεί, δεν πρόκειται να την αντικρίσουμε ποτέ στην Ελλάδα. Θα γίνουν ζημιές σε κτίρια που δεν έχουν συντηρηθεί ή σε αυθαίρετα, τα οποία κινδυνεύουν περισσότερο», διευκρίνισε.
«Το 1999 είχαμε στις 17 Αυγούστου τον σεισμό στην Τουρκία στη Νικομήδεια. Στις 7 Σεπτεμβρίου είχαμε τον σεισμό στην Αθήνα. Μετά από τον σεισμό στην Αθήνα διαπιστώσαμε ότι κάποια σχέση είχε με τον σεισμό στην Τουρκία και κάπως επηρέασε. Μετά από δύο μήνες είχαμε τον άλλον μεγάλο σεισμό στην Τουρκία που δεν επηρέασε τον ελληνικό χώρο. Άρα επηρεαζόμαστε όταν γίνεται σεισμός στο ρήγμα της Ανατολίας, γιατί όταν γίνεται κάπου αλλού, δεν επηρεαζόμαστε καθόλου», συμπλήρωσε.
«Για την Κωνσταντινούπολη, που έγινε ο σεισμός των 6,4 Ρίχτερ, η διεθνής επιστημονική κοινότητα προβλέπει έναν σεισμό της τάξεως των 7,8 Ρίχτερ με βάση τις διαστάσεις του ρήγματος που δεν έχει σπάσει ακόμα. Αυτό για την Κωνσταντινούπολη σημαίνει ισοπέδωση του 1/3 των κατασκευών που είναι παλιές και το 1/3 των καινούριων κατασκευών που δεν πληρούν τις προδιαγραφές. Το υπόλοιπο 1/3 είναι καλές κατασκευές. Εκείνο που με φοβίζει περισσότερο στην Κωνσταντινούπολη είναι η ανθρώπινη έκθεση που είναι 17 εκατομμύρια μέσα σε ένα στενό χώρο», ανέφερε χαρακτηριστικά.
«Μετά τον σεισμό του 1999 η διεθνής επιστημονική κοινότητα συνέκλινε ότι θα έχουμε έναν σεισμό 7,8 Ρίχτερ μέχρι το 2020. Δεν έγινε. Είχαμε πέσει έξω στις προβλέψεις. Όσο περνάει το χρονικό διάστημα γεμίζει ενέργεια το ρήγμα και θα κάνει μεγαλύτερο σεισμό. Είναι νομοτέλεια ότι θα σπάσει αυτό το ρήγμα. Τα 12 κομμάτια που συγκροτούν το ρήγμα της Ανατολίας έχουν σπάσει, το τελευταίο που δεν έσπασε είναι αυτό της Κωνσταντινούπολης. Νομοτελειακά θα σπάσει. Μπορεί να είναι και από μέρα σε μέρα, δεν το αποκλείουμε, αλλά ένας μέσος όρος που εκδηλώνεται ο δεύτερος σεισμός είναι της τάξεως των 2-3 ετών. Πρέπει να γίνει ανάλυση αυτού του σεισμού όταν εκδηλωθεί και στη συνέχεια να υπολογίσουμε αν αυτές οι δυνάμεις μπορούν να επηρεάσουν την Ελλάδα», κατέληξε ο Ευθύμης Λέκκας.





























