Ψήφο εμπιστοσύνης στην ελληνική οικονομία και το Χρηματιστήριο Αθηνών αποτελεί η απόφαση του ομίλου Capital να προχωρήσει στην εισαγωγή της Capital Maritime Finance (CMF) στην εγχώρια κεφαλαιαγορά, όπως υπογράμμισε ο πρόεδρος της εταιρείας, Βαγγέλης Μαρινάκης, κατά την παρουσίαση της δημόσιας προσφοράς, μέσω της οποίας επιδιώκεται η άντληση περίπου 250 εκατ. ευρώ.
Η νέα ναυτιλιακή εταιρεία, η οποία θα είναι εισηγμένη αποκλειστικά στο Χρηματιστήριο Αθηνών, διαθέτει ένα επενδυτικό σχέδιο που βασίζεται σε στόλο 36 πλοίων μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων τελευταίας γενιάς, μακροχρόνιες ναυλώσεις με κορυφαίους διεθνείς ομίλους και συμβασιοποιημένα έσοδα που προσεγγίζουν τα 4 δισ. δολάρια.
Κατά την ομιλία του, ο Βαγγέλης Μαρινάκης έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στη διαχρονική σχέση εμπιστοσύνης που έχει οικοδομήσει ο όμιλος Capital με τη διεθνή επενδυτική κοινότητα, επισημαίνοντας ότι η παρουσία του στις κεφαλαιαγορές εκτείνεται σε περισσότερες από δύο δεκαετίες.
«Για εμάς στην Capital δεν είναι το πρώτο μας IPO. Εδώ και 20 χρόνια δραστηριοποιούμαστε στις διεθνείς αγορές, με ομολογουμένως μεγάλη επιτυχία, και μέχρι σήμερα έχουμε αντλήσει, σαν όμιλος, από χρηματαγορές πάνω από 2,5 δισεκατομμύρια δολάρια», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Όπως σημείωσε, η παγκόσμια επενδυτική κοινότητα γνωρίζει καλά τον όμιλο, καθώς η συνεργασία του με τους επενδυτές στηρίζεται σε μια σχέση εμπιστοσύνης που έχει δοκιμαστεί στην πράξη.
«Η μεγαλύτερη αξία, όχι μόνο στη ναυτιλία αλλά γενικότερα στις επιχειρήσεις και στη ζωή, είναι να μένεις σταθερός», τόνισε, αναδεικνύοντας τη συνέπεια και την αξιοπιστία ως βασικές αρχές της επιχειρηματικής φιλοσοφίας του ομίλου.
Ο ίδιος στάθηκε ιδιαίτερα στη σημασία που έχει ο λόγος στη ναυτιλιακή αγορά, όπου πολλές συμφωνίες ολοκληρώνονται στη βάση της προσωπικής εμπιστοσύνης, ακόμη και πριν από την υπογραφή των σχετικών συμβάσεων.
Σύμφωνα με τον πρόεδρο της Capital Maritime Finance, αυτή η φιλοσοφία εξηγεί γιατί μεγάλο μέρος των δραστηριοτήτων του ομίλου αφορά επαναλαμβανόμενες συνεργασίες με αντισυμβαλλομένους που διατηρούν μακροχρόνιες σχέσεις εμπιστοσύνης με την Capital.
Παράλληλα, αναφέρθηκε στις σημαντικές διανομές μερισμάτων που έχει πραγματοποιήσει ο όμιλος από το 2007, υπογραμμίζοντας ότι η ανταμοιβή των επενδυτών αποτελεί έμπρακτη απόδειξη της συγκεκριμένης φιλοσοφίας.
«Θέλουμε να βοηθήσουμε να φτιαχτεί κάτι μεγάλο στην Ελλάδα»
Ιδιαίτερη βαρύτητα είχε η αναφορά του Βαγγέλη Μαρινάκη στην επιλογή της Αθήνας ως τόπου εισαγωγής της νέας εταιρείας.
«Η απόφασή μας να φέρουμε την εταιρεία στο ελληνικό χρηματιστήριο είναι αμιγώς απόφαση στήριξης και ψήφος εμπιστοσύνης στην Ελλάδα και στο ελληνικό χρηματιστήριο», δήλωσε.
Όπως εξήγησε, στόχος είναι να συμβάλει ο όμιλος στη δημιουργία μιας ισχυρότερης ελληνικής κεφαλαιαγοράς, αξιοποιώντας την τεχνογνωσία και τη διεθνή παρουσία που έχει αποκτήσει σε έναν κλάδο στον οποίο η Ελλάδα κατέχει ηγετική θέση παγκοσμίως.
«Να βοηθήσουμε κι εμείς να φτιαχτεί κάτι μεγάλο εδώ στην Ελλάδα, κάτι σοβαρό», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ο πρόεδρος της Capital Maritime Finance περιέγραψε τη ναυτιλία όχι απλώς ως επιχειρηματική δραστηριότητα, αλλά ως αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητας και της ιστορίας του ομίλου.
«Η ναυτιλία δεν είναι απλώς ένας κλάδος στον οποίο δραστηριοποιούμαστε. Είναι ένα πάθος, είναι μια μεγάλη ευχαρίστηση, είναι μια μεγάλη χαρά καθημερινή, είναι μια μεγάλη αγάπη. Εδώ και τρεις γενιές πλέον, η θάλασσα είναι το σπίτι μας», σημείωσε.
Στο πλαίσιο αυτό, υπογράμμισε ότι η επιχειρηματική ανάπτυξη συνοδεύεται από αυξημένη ευθύνη απέναντι στους ναυτικούς, την ασφάλεια των πληρωμάτων και την προστασία του περιβάλλοντος.
Η ναυτιλία ως κεντρική αρτηρία της παγκόσμιας οικονομίας
Αναφερόμενος στις διεθνείς γεωπολιτικές εξελίξεις, ο Βαγγέλης Μαρινάκης επισήμανε ότι οι πολεμικές συγκρούσεις και οι αναταράξεις στις θαλάσσιες εμπορικές οδούς έχουν καταστήσει ακόμη πιο εμφανή τη στρατηγική σημασία της ναυτιλίας.
Οι εξελίξεις στην Ουκρανία, στον Περσικό Κόλπο και στην Ερυθρά Θάλασσα, όπως υποστήριξε, αναδεικνύουν τον καθοριστικό ρόλο του κλάδου στην ενεργειακή ασφάλεια και στη διατήρηση της ομαλής λειτουργίας του παγκόσμιου εμπορίου.
«Η ναυτιλία είναι η κεντρική αρτηρία για την παγκόσμια οικονομία», τόνισε, εξηγώντας ότι η ευημερία των κοινωνιών εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη δυνατότητα μεταφοράς αγαθών, ενέργειας και κρίσιμων προϊόντων σε κάθε γωνιά του πλανήτη.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η αποστολή αυτή απαιτεί υπευθυνότητα, αξιοπιστία και διαρκή επένδυση στην τεχνογνωσία και την καινοτομία.
«Δεν ακολουθούμε τις εξελίξεις, τις διαμορφώνουμε», υπογράμμισε, προσθέτοντας ότι η στρατηγική του ομίλου επικεντρώνεται στη δημιουργία πραγματικής αξίας για τους επενδυτές, τους μετόχους, τους ναυτικούς και τις κοινωνίες στις οποίες δραστηριοποιείται.
Στόλος 36 πλοίων και εξασφαλισμένα έσοδα σχεδόν 4 δισ. δολαρίων
Παρουσιάζοντας τη στρατηγική της Capital Maritime Finance, ο Βαγγέλης Μαρινάκης εξήγησε ότι η νέα εταιρεία σχεδιάστηκε με στόχο να περιορίζει την έκθεση στους έντονους κύκλους που χαρακτηρίζουν παραδοσιακά τη διεθνή ναυτιλία.
Στον πυρήνα του επιχειρηματικού σχεδίου βρίσκεται ένας υπερσύγχρονος στόλος 36 πλοίων μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων, τα οποία συνδυάζουν υψηλές τεχνικές προδιαγραφές, περιβαλλοντική αποδοτικότητα και μακροχρόνιες εμπορικές συμφωνίες.
Η εταιρεία διαθέτει εξασφαλισμένες ναυλώσεις που αντιστοιχούν σε έσοδα περίπου 4 δισ. δολαρίων, προσφέροντας υψηλή προβλεψιμότητα των μελλοντικών χρηματοροών.
Ο πρόεδρος της εταιρείας υπογράμμισε ότι πρόκειται για πλοία υψηλής ζήτησης, τα οποία ανταποκρίνονται στις σύγχρονες ανάγκες του διεθνούς εμπορίου και στην ανάπτυξη τόσο των κύριων όσο και των περιφερειακών θαλάσσιων διαδρομών.
«Σε μια εποχή που όλα αλλάζουν, δημιουργήσαμε μια εταιρεία που φέρνει τη σταθερότητα, την ασφάλεια και την ορατότητα στη ναυτιλία», ανέφερε, συνοψίζοντας τη φιλοσοφία πίσω από τη δημιουργία της Capital Maritime Finance.
Τζέρι Καλογηράτος: Για πρώτη φορά μια διαφορετική επενδυτική επιλογή στην Αθήνα
Στις λεπτομέρειες του επιχειρηματικού μοντέλου και της δημόσιας προσφοράς αναφέρθηκε ο διευθύνων σύμβουλος της Capital, Τζέρι Καλογηράτος, ο οποίος υπογράμμισε τη σημασία της εισαγωγής μιας ναυτιλιακής εταιρείας με διεθνή δραστηριότητα αποκλειστικά στο ελληνικό χρηματιστήριο.
Όπως σημείωσε, επί δεκαετίες οι Έλληνες επενδυτές που επιθυμούσαν να αποκτήσουν έκθεση στην ελληνική ναυτιλία έπρεπε να στραφούν σε χρηματιστήρια του εξωτερικού, κυρίως στη Νέα Υόρκη.
«Οι Έλληνες πλοιοκτήτες ελέγχουν τον μεγαλύτερο εμπορικό στόλο στον κόσμο, και όμως ο Έλληνας αποταμιευτής ή ο Έλληνας θεσμικός επενδυτής που ήθελε να επενδύσει στην ελληνική ναυτιλία έπρεπε να ζητήσει μια μετοχή στα αλλοδαπά χρηματιστήρια», ανέφερε.
Κατά τον ίδιο, οι συνθήκες έχουν πλέον αλλάξει, καθώς η ένταξη του Χρηματιστηρίου Αθηνών στον όμιλο Euronext και η αναβάθμιση της ελληνικής κεφαλαιαγοράς δημιουργούν νέες δυνατότητες προσέλκυσης διεθνών επενδυτών.
Παράλληλα, αναφέρθηκε στη θετική εμπειρία του ομίλου από την ελληνική αγορά, υπενθυμίζοντας τις επιτυχημένες εκδόσεις ομολογιακών δανείων συνολικού ύψους 500 εκατ. ευρώ, καθώς και την εισαγωγή της Alter Ego Media στο Χρηματιστήριο Αθηνών το 2025.
Όπως επισήμανε, οι Έλληνες επενδυτές διαθέτουν γνώση της ναυτιλίας και εκτιμούν τις εταιρείες που προσφέρουν σταθερότητα και προβλέψιμη μερισματική πολιτική.
«Για την Capital Maritime Finance, η Αθήνα δεν είναι δεύτερη παράλληλη εισαγωγή. Είναι η μοναδική. Εδώ θα αποτιμάται η εταιρεία και εδώ θα συναλλάσσονται οι επενδυτές μας, είτε από την Ελλάδα είτε από το εξωτερικό», ξεκαθάρισε.
Από 13 πλοία σήμερα σε 36 έως το 2028
Αναλύοντας τη σύνθεση και την ανάπτυξη του στόλου, ο Τζέρι Καλογηράτος ανέφερε ότι από τα 36 πλοία της Capital Maritime Finance, τα 13 βρίσκονται ήδη σε λειτουργία.
Ο αριθμός τους αναμένεται να αυξηθεί σε 32 μέχρι το τρίτο τρίμηνο του 2027, ενώ η ολοκλήρωση του επενδυτικού προγράμματος, με την παράδοση και των 36 πλοίων, προβλέπεται για το 2028.
Από το σύνολο του στόλου, τα 26 είναι πλοία τύπου feeder, τα οποία εξυπηρετούν κυρίως περιφερειακές και τροφοδοτικές θαλάσσιες γραμμές, ενώ τα υπόλοιπα 10 είναι μεγαλύτερα containerships, χωρητικότητας περίπου 9.000 εμπορευματοκιβωτίων, με συστήματα διπλού καυσίμου και δυνατότητα χρήσης υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG).
Ιδιαίτερη σημασία έχει η ηλικία του στόλου. Όπως εξήγησε ο διευθύνων σύμβουλος, εάν όλα τα πλοία βρίσκονταν σήμερα σε λειτουργία, η μέση ηλικία τους θα ήταν μικρότερη του ενός έτους, όταν ο μέσος όρος στον ευρύτερο κλάδο προσεγγίζει τα 13 χρόνια.
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η διαφορά στην κατηγορία των feeder, όπου η μέση ηλικία του παγκόσμιου στόλου φτάνει περίπου τα 16 χρόνια.
Το σημαντικότερο χαρακτηριστικό, ωστόσο, είναι ότι και τα 36 πλοία διαθέτουν ήδη εξασφαλισμένες ναυλώσεις, ακόμη και εκείνα που βρίσκονται υπό ναυπήγηση.
Η μέση διάρκεια των συμφωνιών ανέρχεται σε περίπου 9,4 χρόνια, ενώ τα ελάχιστα συμβασιοποιημένα έσοδα προσεγγίζουν τα 4 δισ. δολάρια. Εφόσον ασκηθούν και τα δικαιώματα παράτασης των ναυλωτών, το συνολικό ποσό μπορεί να φτάσει τα 5 δισ. δολάρια.
Μακροχρόνιες συμβάσεις με CMA CGM και Unifeeder
Ο Τζέρι Καλογηράτος εξήγησε ότι η Capital Maritime Finance έχει επιλέξει ένα επιχειρηματικό μοντέλο που δίνει προτεραιότητα στη σταθερότητα των εσόδων και στον περιορισμό της έκθεσης στις διακυμάνσεις της ναυλαγοράς.
Οι ναυλωτές της εταιρείας είναι η CMA CGM, η τρίτη μεγαλύτερη εταιρεία τακτικών γραμμών μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων παγκοσμίως, και η Unifeeder, η οποία ανήκει στον όμιλο DP World.
Πρόκειται, σύμφωνα με τη διοίκηση, για δύο ισχυρούς διεθνείς αντισυμβαλλομένους, με υψηλή πιστοληπτική ικανότητα.
Στο πλαίσιο των μακροχρόνιων συμβάσεων, ο ημερήσιος ναύλος είναι προκαθορισμένος και καταβάλλεται για κάθε ημέρα κατά την οποία το πλοίο είναι διαθέσιμο, ανεξάρτητα από τις συνθήκες που επικρατούν στην αγορά.
Παράλληλα, τα καύσιμα και τα λοιπά έξοδα ταξιδίου βαρύνουν τον ναυλωτή.
Με αυτόν τον τρόπο, η Capital Maritime Finance περιορίζει σημαντικά την έκθεσή της στις μεταβολές των ναύλων, εξασφαλίζοντας μεγαλύτερη ορατότητα στα μελλοντικά έσοδα.
Όπως διευκρίνισε ο διευθύνων σύμβουλος, η συγκεκριμένη στρατηγική έχει και ένα αντίστοιχο κόστος ευκαιρίας, καθώς η εταιρεία δεν επωφελείται από ενδεχόμενη ισχυρή άνοδο των ναύλων όσο βρίσκονται σε ισχύ οι συμφωνίες.
«Αν η αγορά ανέβει, εμείς δεν συμμετέχουμε στην άνοδο όσο διαρκεί η ναύλωση, όπως δεν συμμετέχουμε και στην κάθοδο. Επιλέξαμε την ορατότητα και τη σταθερότητα», ανέφερε.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η εταιρεία δεν έχει ουσιαστική έκθεση στη spot ναυλαγορά των containerships μέχρι το 2036, γεγονός που επιτρέπει στους επενδυτές να εκτιμούν με μεγάλη ακρίβεια τις μελλοντικές εισπράξεις από κάθε πλοίο.
Εξασφαλισμένη χρηματοδότηση 1,6 δισ. δολαρίων για την ανάπτυξη του στόλου
Αναφερόμενος στη χρηματοδότηση του επενδυτικού προγράμματος, ο Τζέρι Καλογηράτος γνωστοποίησε ότι το εναπομένον κόστος για τα 23 πλοία που πρόκειται να παραδοθούν ανέρχεται σε περίπου 1,8 δισ. δολάρια.
Απέναντι σε αυτή την υποχρέωση, η εταιρεία έχει ήδη υπογράψει συμβάσεις χρηματοδότησης ύψους περίπου 1,6 δισ. δολαρίων.
Σε συνδυασμό με τα κεφάλαια που αναμένεται να αντληθούν από τη δημόσια προσφορά, η διοίκηση εκτιμά ότι διαθέτει τους απαραίτητους πόρους για την ολοκλήρωση του προγράμματος ανάπτυξης του στόλου.
Ο διευθύνων σύμβουλος υπογράμμισε επίσης ότι ο δανεισμός αποπληρώνεται βάσει προκαθορισμένου τριμηνιαίου προγράμματος, ενώ η καταβολή μερισμάτων πραγματοποιείται μετά την εξυπηρέτηση των σχετικών υποχρεώσεων.
Η συγκεκριμένη δομή αποσκοπεί στον συνδυασμό της σταδιακής απομόχλευσης με την τακτική ανταμοιβή των μετόχων.
Μερισματική πολιτική με διανομή έως 70% των κερδών
Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της επενδυτικής πρότασης της Capital Maritime Finance είναι η μερισματική της πολιτική.
Όπως ανακοίνωσε ο Τζέρι Καλογηράτος, στόχος της διοίκησης είναι η διανομή του 60% έως 70% των προσαρμοσμένων καθαρών κερδών κάθε χρήσης, με καταβολή μερίσματος σε τριμηνιαία βάση.
Η στρατηγική αυτή αποσκοπεί στη μετατροπή των μακροχρόνιων συμβάσεων ναύλωσης σε τακτικές και προβλέψιμες χρηματικές διανομές προς τους μετόχους.
Παράλληλα, η εταιρεία σχεδιάζει να αξιοποιεί τα κεφάλαια που δεν διανέμονται, καθώς και μέρος των εσόδων της δημόσιας προσφοράς, για περαιτέρω επενδύσεις σε σύγχρονα πλοία με εξασφαλισμένες ναυλώσεις.
Στόχος είναι η δημιουργία πρόσθετων χρηματοροών που θα μπορούν να υποστηρίξουν μελλοντικά την αύξηση των μερισμάτων.
Η διοίκηση χαρακτηρίζει τη συγκεκριμένη πολιτική «μετοχοκεντρική», καθώς επιδιώκει να συνδυάσει την ανάπτυξη της εταιρείας με τη συστηματική επιστροφή κεφαλαίων στους επενδυτές.
Δημόσια προσφορά 250 εκατ. ευρώ – Δέσμευση 70 εκατ. από έξι επενδυτές
Σε ό,τι αφορά τους όρους της δημόσιας προσφοράς, η Capital Maritime Finance προχωρά στην έκδοση έως 42 εκατομμυρίων νέων μετοχών, επιδιώκοντας να αντλήσει περίπου 250 εκατ. ευρώ.
Όπως διευκρινίστηκε, η προσφορά αφορά αποκλειστικά νέες μετοχές, γεγονός που σημαίνει ότι τα κεφάλαια θα εισρεύσουν στην εταιρεία και θα χρησιμοποιηθούν κυρίως για τη χρηματοδότηση των υπό ναυπήγηση πλοίων.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η συμμετοχή έξι επενδυτών που έχουν αναλάβει δεσμεύσεις ως cornerstone investors, συνολικού ύψους 70 εκατ. ευρώ.
Κατά συνέπεια, από τον συνολικό στόχο άντλησης των 250 εκατ. ευρώ, περίπου 180 εκατ. ευρώ απομένουν προς κάλυψη μέσω της δημόσιας προσφοράς.
Από τις υπόλοιπες νέες μετοχές, τουλάχιστον το 30% προβλέπεται να διατεθεί σε ιδιώτες επενδυτές, δίνοντας τη δυνατότητα συμμετοχής και στο ευρύτερο επενδυτικό κοινό.
Η συμμετοχή των cornerstone investors προσφέρει μια αρχική βάση ζήτησης για την έκδοση, ενώ η επιτυχής ολοκλήρωση της δημόσιας προσφοράς θα αποτελέσει σημαντικό βήμα για τη χρηματοδότηση της αναπτυξιακής στρατηγικής της εταιρείας.
«Ένας σύγχρονος στόλος, εισηγμένος στην Αθήνα και μόνο στην Αθήνα»
Ολοκληρώνοντας την παρουσίασή του, ο Τζέρι Καλογηράτος επανήλθε στη σημασία της επιλογής του ελληνικού χρηματιστηρίου, υπογραμμίζοντας ότι η Capital Maritime Finance φιλοδοξεί να αποτελέσει μια νέα επενδυτική επιλογή για όσους επιθυμούν έκθεση στην ελληνική ναυτιλία.
Όπως σημείωσε, η εταιρεία συνδυάζει έναν υπερσύγχρονο στόλο, μακροχρόνιες συμβάσεις με ισχυρούς διεθνείς ναυλωτές, υψηλή προβλεψιμότητα εσόδων και σαφώς διατυπωμένο στόχο διανομής μερισμάτων.
«Τα τελευταία 20 χρόνια, όταν κάποιος εδώ ρωτούσε πώς μπορεί να επενδύσει στην ελληνική ναυτιλία, η απάντηση ήταν συνήθως το σύμβολο μιας μετοχής στη Νέα Υόρκη. Εμείς προτείνουμε μια διαφορετική απάντηση: έναν σύγχρονο στόλο, ναυλωμένο για σχεδόν μια δεκαετία, με διατυπωμένο μερισματικό στόχο, εισηγμένο στην Αθήνα και μόνο στην Αθήνα», ανέφερε χαρακτηριστικά.




























