Η διοίκηση της Noval Property παρουσίασε στους αναλυτές τα οικονομικά αποτελέσματα του πρώτου εξαμήνου του 2025, αναδεικνύοντας σημαντική βελτίωση σε βασικούς δείκτες και επιβεβαιώνοντας τη στρατηγική της για ανάπτυξη και βιώσιμη κερδοφορία.
Η εταιρεία κατέγραψε αύξηση 11% στα έσοδα από μισθώματα σε σχέση με το αντίστοιχο περσινό διάστημα, με κινητήριο δύναμη τα εμπορικά ακίνητα, ενώ ενισχύθηκαν και τα έσοδα από γραφεία, βιομηχανικούς χώρους και φιλοξενία. Τα λειτουργικά κέρδη (Adj. EBITDA) σημείωσαν άνοδο 17%, φθάνοντας τα 11 εκατ. ευρώ, ενώ τα λειτουργικά ταμειακά διαθέσιμα (FFO) υπερδιπλασιάστηκαν, αγγίζοντας τα 7 εκατ. ευρώ.
Το χαρτοφυλάκιο επενδυτικών ακινήτων ανήλθε σε 679 εκατ. ευρώ, καταγράφοντας αύξηση 5% σε σχέση με το τέλος του 2024, κυρίως λόγω κεφαλαιουχικών δαπανών ύψους 17,7 εκατ. ευρώ και κερδών από αναπροσαρμογές αξίας. Τα ίδια κεφάλαια ενισχύθηκαν στα 533 εκατ. ευρώ, παρά την καταβολή μερίσματος 5,4 εκατ. ευρώ προς τους μετόχους. Ο δείκτης μόχλευσης (LTV) υποχώρησε στο 29,1% και ο καθαρός δείκτης στο 20,4%, γεγονός που αποτυπώνει τη συντηρητική διαχείριση κεφαλαίου.
Η διοίκηση στάθηκε ιδιαίτερα στην ολοκλήρωση δύο νέων έργων – του μικτού κτιρίου “Ardittos House” στο Μετς και ενός σύγχρονου κτιρίου γραφείων στη Χειμάρρας 16 στο Μαρούσι – καθώς και στην πρόοδο της ανακατασκευής ακινήτου στη Λ. Κηφισίας 199, όπου ήδη έχει προμισθωθεί το 34% του συνόλου των χώρων.
Η εταιρεία υπογράμμισε επίσης τη στρατηγική της στροφής σε “πράσινα” και ενεργειακά αποδοτικά κτίρια με διεθνείς πιστοποιήσεις, εκτιμώντας ότι εντός δωδεκαμήνου η αξία των βιώσιμων ακινήτων της θα αυξηθεί κατά 30%.
Ο διευθύνων σύμβουλος Μιχάλης Παναγής τόνισε πως «στα μισά της χρονιάς, παραμένουμε σε πλήρη τροχιά για την επίτευξη των στόχων του 2025», ενώ επισήμανε ότι η θετική πορεία στηρίζεται τόσο στην αύξηση της επισκεψιμότητας στα εμπορικά κέντρα όσο και στη διεύρυνση της μισθωτικής βάσης
Η Noval Property, μία από τις μεγαλύτερες ΑΕΕΑΠ στην Ελλάδα, διατηρεί χαρτοφυλάκιο 62 ακινήτων με συνολική εκμισθώσιμη επιφάνεια 351 χιλ. τ.μ. και υψηλή πληρότητα 97,8%, στοιχείο που επιβεβαιώνει τη σταθερότητα των ταμειακών της ροών και τις προοπτικές περαιτέρω ανάπτυξης.



























