Μια νέα ερευνητική προσέγγιση υπόσχεται να αλλάξει σημαντικά τον τρόπο με τον οποίο διερευνώνται υποθέσεις όπου εμπλέκεται η κατανάλωση αλκοόλ, αξιοποιώντας την τεχνολογία του λεγόμενου «ψηφιακού διδύμου».
Σύμφωνα με μελέτη που πραγματοποιήθηκε από το Πανεπιστήμιο Linköping στη Σουηδία σε συνεργασία με το Σουηδικό Εθνικό Συμβούλιο Ιατροδικαστικής, είναι πλέον εφικτό να εκτιμηθεί με μεγαλύτερη ακρίβεια όχι μόνο η ποσότητα αλκοόλ που έχει καταναλώσει ένα άτομο, αλλά και ο ακριβής χρόνος κατανάλωσής του, γεγονός που μπορεί να αποδειχθεί καθοριστικό σε ποινικές έρευνες.
Στην ιατροδικαστική πρακτική, ο προσδιορισμός του πότε καταναλώθηκε αλκοόλ αποτελεί συχνά κρίσιμο στοιχείο για την απόδοση ευθυνών. Οι υπάρχουσες μέθοδοι βασίζονται κυρίως σε μετρήσεις αλκοόλ στον εκπνεόμενο αέρα και στο αίμα, ωστόσο θεωρούνται σχετικά περιορισμένες ως προς την ακρίβειά τους. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι υποθέσεις οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλ, όπου ο οδηγός μπορεί να ισχυριστεί ότι κατανάλωσε αλκοόλ μετά το συμβάν, υποστηρίζοντας ότι τα αποτελέσματα των εξετάσεων δεν αντανακλούν την κατάστασή του κατά τη διάρκεια της οδήγησης. Η πρακτική αυτή, γνωστή ως υπεράσπιση “hip flask” είναι δύσκολο να αντικρουστεί με τα σημερινά εργαλεία.
Παράλληλα, η κατανάλωση αλκοόλ αποτελεί σημαντικό παράγοντα και σε άλλες κατηγορίες υποθέσεων, όπως περιστατικά βίας ή ατυχημάτων. Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι ειδικοί καλούνται να εκτιμήσουν αναδρομικά τα επίπεδα αλκοόλ στον οργανισμό, ακόμη και αρκετές ώρες μετά το συμβάν, προσπαθώντας να ανασυνθέσουν τόσο τη χρονική στιγμή της κατανάλωσης όσο και τη συγκέντρωση αλκοόλ κατά τη διάρκεια του περιστατικού.
Για να αντιμετωπιστούν αυτές οι προκλήσεις, οι ερευνητές ανέπτυξαν ένα υπολογιστικό μοντέλο που βασίζεται σε ψηφιακό δίδυμο, δηλαδή σε ένα εικονικό μοντέλο ενός ατόμου.
Το μοντέλο αυτό λαμβάνει υπόψη εξατομικευμένα χαρακτηριστικά όπως το φύλο, η ηλικία, το ύψος, το βάρος και τυχόν ιατρικές καταστάσεις, προκειμένου να υπολογίσει με μεγαλύτερη ακρίβεια τη συμπεριφορά του αλκοόλ στον οργανισμό του κάθε ατόμου.
Στο μοντέλο της μελέτης, αναλύθηκαν δεδομένα από δείγματα εκπνεόμενου αέρα, αίματος και ούρων ατόμων, τα οποία περιλαμβάνουν όχι μόνο την ίδια την αιθανόλη αλλά και μεταβολίτες που παράγονται κατά τη διάσπασή της στον ανθρώπινο οργανισμό. Ο συνδυασμός αυτών των πληροφοριών με το ψηφιακό μοντέλο επιτρέπει την εξαγωγή εξατομικευμένων εκτιμήσεων σχετικά με τα πρότυπα κατανάλωσης αλκοόλ.
Ένα ακόμη σημαντικό πλεονέκτημα της προσέγγισης είναι ότι μπορεί να ενσωματώσει παράγοντες που επηρεάζουν την απορρόφηση και τον μεταβολισμό του αλκοόλ, όπως ο ρυθμός γαστρικής κένωσης, η πρόσληψη τροφής ή ακόμη και το είδος του αλκοολούχου ποτού. Με αυτόν τον τρόπο, η ανάλυση γίνεται πιο ρεαλιστική και προσαρμοσμένη στις ιδιαιτερότητες κάθε ατόμου.
Στόχος των ερευνητών είναι η ανάπτυξη ενός εύχρηστου εργαλείου που θα μπορεί να χρησιμοποιείται στην ιατροδικαστική πράξη. Εισάγοντας τα διαθέσιμα δεδομένα από δείγματα, το σύστημα θα παρέχει πιθανές απαντήσεις σχετικά με το πότε έγινε η τελευταία κατανάλωση αλκοόλ και σε ποια ποσότητα.
Ωστόσο, οι επιστήμονες διευκρινίζουν ότι τα αποτελέσματα του μοντέλου δεν προορίζονται να αντικαταστήσουν την επιστημονική κρίση των ιατροδικαστών, αλλά να λειτουργήσουν υποστηρικτικά στη συνολική αξιολόγηση των στοιχείων.
Η μελέτη εμφανίστηκε στο Scientific Reports.































