Οι ξερολιθιές, αυτές οι λιτές δομές από πέτρες που μοιάζουν να «αγκαλιάζουν» το τοπίο της Σίφνου εδώ και αιώνες επιστρέφουν σήμερα όχι ως διακοσμητικό στοιχείο του παρελθόντος, αλλά ως μια απροσδόκητα σύγχρονη απάντηση σε ένα από τα πιο πιεστικά προβλήματα της εποχής, τη λειψυδρία.
Η Σίφνος τα τελευταία χρόνια δοκιμάζεται από την έλλειψη νερού που εντείνεται από την αυξανόμενη πίεση του υπερτουρισμού, σε σημείο ενίοτε να κηρύσσεται σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, όπως συνέβη τον Ιούλιο του 2024 λόγω λειψυδρίας.
Την ίδια στιγμή λύσεις όπως η αφαλάτωση, αν και απαραίτητες, συνοδεύονται από υψηλό ενεργειακό και περιβαλλοντικό κόστος, καθώς βασίζονται σε διαδικασίες που επιβαρύνουν περαιτέρω το κλίμα. Έτσι, το βασικό ερώτημα γίνεται ολοένα και πιο επιτακτικό: πώς μπορεί να εξασφαλιστεί επάρκεια νερού χωρίς να ενισχύεται το ίδιο το πρόβλημα;
Σε αυτό το πλαίσιο, το ευρωπαϊκό έργο CARDIMED το οποίο συντονίζεται από Έλληνες στο ΕΜΠ στρέφεται σε μια διαφορετική λογική, προτείνοντας λύσεις που συνεργάζονται με τη φύση αντί να την πιέζουν. Στη Σίφνο, αυτό μεταφράζεται στην αξιοποίηση της μορφολογίας του εδάφους και των περιορισμένων αλλά πολύτιμων βροχοπτώσεων, με τις ξερολιθιές να βρίσκονται στο επίκεντρο.
Για γενιές, τα τοιχώματα ξερολιθιάς αποτελούσαν τη ραχοκοκαλιά της κυκλαδικής γεωργίας, τα οποία χρησιμοποιούνταν ως αναβαθμίδες απόκρημνων τοπίων αλλά και για τη διαχείριση του εδάφους. Σήμερα, έχουν επαναχρησιμοποιηθεί ως στοχευμένη Λύση Βασισμένη στη Φύση (NbS) για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή.
Το CARDIMED, με περισσότερους από 40 εταίρους από πάνω από 10 χώρες και συντονιστή το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, φιλοδοξεί να ενισχύσει την ανθεκτικότητα της Μεσογείου απέναντι στην κλιματική κρίση μέσα από την ευρεία εφαρμογή τέτοιων λύσεων.
Επιστροφή στην Παράδοση
Τοποθετημένες οι ξερολιθιές ως ‘αναβαθμοί’ μέσα στα ρέματα, λειτουργούν σαν ένα φυσικό φράγμα ελέγχου της ροής του νερού, επιτρέποντας τη συγκράτησή του και τη σταδιακή διείσδυσή του στο έδαφος. Με αυτόν τον τρόπο ενισχύεται ο υδροφόρος ορίζοντας, μειώνεται η διάβρωση και αυξάνεται η εδαφική υγρασία, συμβάλλοντας συνολικά στην προσαρμογή του τοπίου στις νέες κλιματικές συνθήκες.
Αυτά τα φράγματα ελέγχου εξοπλίζονται τώρα από ερευνητές του ΕΜΠ με σύγχρονους αισθητήρες στάθμης νερού, αισθητήρες υγρασίας εδάφους και με έναν ειδικό μετεωρολογικό σταθμό, δηλαδή με ψηφιακά εργαλεία που παρακολουθούν τις διακυμάνσεις της στάθμης του νερού σε πραγματικό χρόνο. Συλλέγοντας αυτά τα συγκεκριμένα δεδομένα, οι τοπικές αρχές και οι ερευνητές μπορούν να αξιολογήσουν με ακρίβεια πόσο νερό συγκρατείται και πόσο αποτελεσματικά ανακάμπτουν οι υδροφορείς.
«Το σύστημα παρακολούθησης που εγκαταστήσαμε πρόσφατα περιλαμβάνει ένα μετεωρολογικό σταθμό και αισθητήρες υγρασίας οι οποίοι προσφέρουν τοπικά δεδομένα από το ίδιο το σημείο των αναβαθμών και βοηθούν στην καλύτερη κατανόηση των συνθηκών που επηρεάζουν τη λειτουργία τους, ιδιαίτερα μετά από βροχοπτώσεις» αναφέρει ο Δρ Άγγελος Αμδίτης, ιδρυτής του I-SENSE Group και Διευθυντής έρευνας και ανάπτυξης του ΕΠΙΣΕΥ του ΕΜΠ.
Η εικόνα συμπληρώνεται από δεδομένα που προέρχονται από δορυφορικά συστήματα γεωπαρατήρησης, δημιουργώντας ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο κατανόησης των φυσικών διεργασιών.
«Όταν στα δεδομένα αυτά που παίρνουμε από τις επιτόπιες μετρήσεις προστίθενται και δορυφορικά δεδομένα γεωπαρατήρησης που λαμβάνουμε από το οικοσύστημα του Copernicus και από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Διαστήματος (ESA), είμαστε σε θέση να κατανοήσουμε καλύτερα πώς οι ξηρολιθικές παρεμβάσεις επηρεάζουν τη συγκράτηση νερού, την εδαφική υγρασία και τη βλάστηση. Και σε αυτό τον συνδυασμό δεδομένων έγκειται η πραγματική καινοτομία στην πιλοτική μελέτη της Σίφνου» προσθέτει ο Δρ Παναγιώτης Μιχαλής, υπεύθυνος του έργου CARDIMED και ερευνητής στο I-SENSE Group.
Η Σίφνος λειτουργεί ήδη ως πεδίο πιλοτικών εφαρμογών για τα μη συμβατικά υδατικά κυκλώματα στα νησιά του Αιγαίου, με την ελληνική συμμετοχή της ομάδας I-SENSE του ΕΜΠ να είναι καθοριστική στην υλοποίηση και αξιολόγηση των παρεμβάσεων. Όπως σημειώνει ο Δρ Μιχαλής, μέσα στον Μάιο αναμένεται και η εγκατάσταση ενός δεύτερου συστήματος παρακολούθησης της στάθμης ύδατος, ενισχύοντας ακόμη περισσότερο τη συλλογή δεδομένων πεδίου.
«Στόχος μας είναι η Σίφνος να αποτελέσει ένα πρότυπο για το πώς ο συνδυασμός δορυφορικών και επιτόπιων δεδομένων μπορεί να οδηγήσει σε πιο τεκμηριωμένη αξιολόγηση λύσεων βασισμένων στη φύση, με προοπτική εφαρμογής και σε άλλα νησιωτικά περιβάλλοντα. Στην πράξη, βλέπουμε πώς η τοπική γνώση και οι παραδοσιακές πρακτικές μπορούν να συναντήσουν την τεχνολογία και να δώσουν απαντήσεις σε σύγχρονες προκλήσεις, δημιουργώντας λύσεις με αξία όχι μόνο για τη Σίφνο αλλά και για άλλες μεσογειακές περιοχές» συμπληρώνει ο Δρ Μιχαλής.





























