Το έργο αποτελεί συνεργασία του ερευνητή και σχεδιαστή Lars Dittrich από το Vrije Universiteit Brussel και της υποδηματοποιού Marie De Ryck από το La Monnaie/De Munt. Η συνεργασία αυτή επαναπροσδιορίζει τον τρόπο με τον οποίο τα ζωντανά υλικά εισέρχονται πρακτικά στην καθημερινότητα, ξεπερνώντας τη λογική της απλής αντικατάστασης και προτείνοντας ένα μοντέλο όπου ο σχεδιασμός λειτουργεί ως γέφυρα ανάμεσα στην προηγμένη έρευνα βιοϋλικών και τις απαιτήσεις της παραδοσιακής χειροτεχνίας.
Η καινοτομία του εγχειρήματος έγκειται στο γεγονός ότι το μυκήλιο δεν χρησιμοποιείται απλώς ως επιφανειακό υλικό ή ως υποκατάστατο δέρματος, αλλά ως βασικό δομικό στοιχείο. Η σόλα του παπουτσιού, κατασκευασμένη από καθαρό μυκήλιο, επιτυγχάνει αντοχή σε φορτίο χωρίς καμία ενίσχυση, χάρη στη συγκόλληση φύλλων μυκηλίου σε μια ενιαία, πυκνή δομή.
Το έργο βασίζεται στην έρευνα της ομάδας μικροβιολογίας με επικεφαλής τις Eveline Peeters και Elise Vanden Elsacker και εντάσσεται στο πρόγραμμα MycoMatters που χρηματοδοτείται από το Ίδρυμα Έρευνας-Φλάνδρα (FWO), το οποίο στοχεύει στην ανάπτυξη καθαρών υλικών μυκηλίου με τις επιδόσεις και την κλίμακα που απαιτούνται για πραγματικές εφαρμογές.
Η ανάπτυξη του παπουτσιού διήρκεσε δύο χρόνια και βασίστηκε σε μια επαναληπτική διαδικασία που εξισορροπεί τη φυσική ανάπτυξη του μικροοργανισμού με τις στοχευμένες απαιτήσεις απόδοσης του υλικού. Η βασική πρόκληση ήταν η μετατροπή ενός υλικού που αναπτύσσεται σε επίπεδα φύλλα σε μια τρισδιάστατη, ανθεκτική σε φορτίο σόλα.
Για να ανταποκριθεί στις ανάγκες της υποδηματοποιίας, ο Lars Dittrich επέλεξε δύο διαφορετικά στελέχη μυκήτων με διακριτές ιδιότητες, όπου το ένα επιτρέπει την ανάπτυξη ενός υλικού που μοιάζει με αφρό και μπορεί να μορφοποιηθεί για τη σόλα, ενώ το άλλο παράγει ένα πιο ελαστικό, φύλλο σε μορφή δέρματος για το επάνω μέρος του παπουτσιού.
Η διαδικασία κατασκευής αποτελεί ένα σημείο συνάντησης βιολογίας και παραδοσιακής τέχνης, μεταφράζοντας τη φυσική ανάπτυξη σε μορφή. Η συνεργασία επανεξετάζει τις παραδοσιακές τεχνικές υποδηματοποιίας και προσαρμόζει τη μέθοδο πολυστρωματικής συγκόλλησης των δερμάτινων σολών ώστε να λειτουργεί με το μυκήλιο σύμφωνα με τις δικές του ιδιότητες. Το αποτέλεσμα είναι μια μπότα με στιβαρή σιλουέτα, κατασκευασμένη σε στρώσεις που αφήνουν ορατό το πάχος και τη δομή της. Οι εμφανείς ραφές και τα πολυεπίπεδα άκρα δεν κρύβουν τις ατέλειες, αλλά αντίθετα αναδεικνύουν τον χαρακτήρα του υλικού.
Όπως εξηγεί ο Lars Dittrich, πρόκειται για ένα εννοιολογικό αντικείμενο που αποτυπώνει τις σημερινές δυνατότητες του υλικού και αντικατοπτρίζει το επίπεδο της έρευνας, εξετάζοντας πώς ένα υλικό που προέρχεται από μικροοργανισμό μπορεί να αναπτυχθεί και να μετατραπεί σε λειτουργική τρισδιάστατη μορφή. Από την πλευρά της, η Marie De Ryck επισημαίνει ότι τα αρχικά δείγματα υλικού αποτέλεσαν σημαντική πρόκληση και δεν πληρούσαν εξαρχής τις τεχνικές απαιτήσεις ενός τόσο σύνθετου αντικειμένου, ωστόσο η πρόοδος υπήρξε εντυπωσιακή.
Συνδυάζοντας την τεχνογνωσία της χειροτεχνίας της La Monnaie/De Munt με την προηγμένη βιοτεχνολογία και μεταφέροντας την πρακτική εμπειρία πίσω στο εργαστήριο, η ομάδα έκανε ένα ουσιαστικό βήμα προς την πραγματική εφαρμογή βιοκατασκευασμένων υποδημάτων. Η συνεχής αυτή επιδίωξη βρίσκεται στον πυρήνα της στρατηγικής «Green Opera», που στοχεύει σε ένα πιο βιώσιμο μέλλον για τις τέχνες.
Το πρωτότυπο παρουσιάστηκε στις 19 και 20 Απριλίου στο Dropcity, σε ένα κέντρο αρχιτεκτονικής και design που βρίσκεται στις εμβληματικές σήραγγες του κεντρικού σιδηροδρομικού σταθμού του Μιλάνου.
Picture Credits: Lars Dittrich, Pieter Claes

























