Μια καινοτόμος επιστημονική έρευνα φέρνει στο φως έναν νέο τρόπο παρακολούθησης της υγείας των φαλαινών στην Αρκτική: τη χρήση drones για τη συλλογή και ανάλυση της «ανάσας» τους.
Σύμφωνα με τους ερευνητές, η μέθοδος αυτή επέτρεψε τον εντοπισμό ενός επικίνδυνου ιού που συνδέεται με μαζικά ξεβράσματα φαλαινών και δελφινιών παγκοσμίως, ο οποίος θα μπορούσε να απειλήσει σοβαρά πληθυσμούς φαλαινών σε μια περιοχή που είναι ήδη επιβαρυμένη από την κλιματική αλλαγή.
Μεταξύ του 2016 και του 2025 η ομάδα έλαβε δείγματα από μεγάπτερες φάλαινες, φυσητήρες και πτεροφάλαινες σε όλο τον Βορειοανατολικό Ατλαντικό, συμπεριλαμβανομένης της βόρειας Νορβηγίας, της Ισλανδίας και του Πράσινου Ακρωτηρίου.
Τα drones που μετέφεραν αποστειρωμένα τρυβλία Petri πέταξαν σε χαμηλό ύψος πάνω από τις φάλαινες τη στιγμή που αυτές αναδύονταν για να αναπνεύσουν. Εκεί, συνέλεξαν μικροσκοπικά σταγονίδια από το εκπνεόμενο «σύννεφο» αέρα και υδρατμών τους. Τα δείγματα μεταφέρθηκαν σε εργαστήρια, όπου, σε συνδυασμό με βιοψίες δέρματος που ελήφθησαν από σκάφη-και σε μια περίπτωση δείγματος οργάνου- αναλύθηκαν για την παρουσία παθογόνων μικροοργανισμών, όπως είναι οι ιοί και τα βακτήρια.
Οι επιστήμονες αναφέρουν ότι με αυτόν τον μη επεμβατικό τρόπο κατάφεραν να ανιχνεύσουν γενετικά ίχνη ενός ιού που συνδέεται με σοβαρές αναπνευστικές λοιμώξεις στα θαλάσσια θηλαστικά.
Συγκεκριμένα, επιβεβαίωσαν για πρώτη φορά ότι ο δυνητικά θανατηφόρος ιός φαλαινών, γνωστός ως κητώδης morbillivirus, κυκλοφορεί πάνω από τον Αρκτικό Κύκλο. Ο ιός, ο οποίος μπορεί να προκαλέσει σοβαρές βλάβες στο αναπνευστικό, νευρολογικό και ανοσοποιητικό σύστημα σε φάλαινες, δελφίνια και φώκιες, είναι υπεύθυνος για πολλαπλά περιστατικά μαζικής θνησιμότητας από τότε που εντοπίστηκε για πρώτη φορά το 1987. Η ανίχνευσή του σε πληθυσμούς φαλαινών της Αρκτικής υπογραμμίζει την ευπάθεια αυτών των οικοσυστημάτων, καθώς τα είδη αλληλεπικαλύπτονται ολοένα και περισσότερο στις θερμαινόμενες βόρειες θάλασσες.
Ο κητώδης ιός morbillivirus, ένα στέλεχος που εντοπίστηκε για πρώτη φορά σε δελφίνια, ανιχνεύθηκε σε μια φάλαινα φυσητήρα στη Βόρεια Νορβηγία που εμφάνιζε σημάδια κακής υγείας και σε μια φάλαινα-πιλότο που είχε ξεβραστεί. Οι ερευνητές προειδοποιούν ότι οι πυκνές χειμερινές συγκεντρώσεις τροφής, όπου οι φάλαινες, τα θαλασσοπούλια και οι άνθρωποι αλληλεπιδρούν στενά, θα μπορούσαν να αυξήσουν τον κίνδυνο μετάδοσης του ιού.
Η μελέτη εντόπισε επίσης ιούς έρπητα σε μεγάπτερες φάλαινες σε όλη τη Νορβηγία, την Ισλανδία και το Πράσινο Ακρωτήριο, αλλά δεν βρήκε στοιχεία για τον ιό της γρίπης των πτηνών ή για το βακτήριο Brucella , τα οποία και τα δύο έχουν προηγουμένως συνδεθεί με το ξέβρασμα κητωδών.
Αν και απαιτείται περαιτέρω έρευνα για να επιβεβαιωθεί η έκταση και η επικινδυνότητα των ευρημάτων, η επιστημονική κοινότητα έχει ήδη θορυβηθεί.
Η σημασία της ανακάλυψης είναι διπλή. Από τη μία πλευρά, προσφέρει ένα ισχυρό εργαλείο έγκαιρης διάγνωσης ασθενειών χωρίς να χρειάζεται η σύλληψη ή η ενόχληση των ζώων και από την άλλη, υπογραμμίζει τους αυξανόμενους κινδύνους που αντιμετωπίζουν οι φάλαινες της Αρκτικής, καθώς η άνοδος της θερμοκρασίας και η ανθρώπινη δραστηριότητα διευκολύνουν τη μετάδοση νέων παθογόνων.
Οι ερευνητές τονίζουν ότι η τεχνολογία των drones μπορεί στο μέλλον να παίξει καθοριστικό ρόλο στην προστασία της θαλάσσιας ζωής. Παρακολουθώντας συστηματικά την υγεία των φαλαινών, οι επιστήμονες ελπίζουν να προλάβουν επιδημίες και να συμβάλουν στη διατήρηση αυτών των εμβληματικών ειδών σε έναν κόσμο που αλλάζει ραγδαία.
Η μελέτη, στην οποία συμμετείχαν το King's College London και η Βασιλική Σχολή Κτηνιατρικών Σπουδών (Dick) στο Ηνωμένο Βασίλειο, καθώς και το Πανεπιστήμιο Nord στη Νορβηγία, δημοσιεύεται στο BMC Veterinary Research.































