Σε μεταβατική περίοδο εισέρχεται η αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα μετά την απομάκρυνση της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ, με τον έμπειρο διπλωμάτη Τζόσουα Χακ να αναλαμβάνει προσωρινά την ευθύνη της διπλωματικής αποστολής μέχρι να επιλεγεί ο διάδοχός της. Σύμφωνα με εκτιμήσεις διπλωματικών πηγών, η τοποθέτηση νέου Αμερικανού πρέσβη δεν αναμένεται πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου, γεγονός που σημαίνει ότι η πρεσβεία θα λειτουργήσει για το επόμενο διάστημα υπό υπηρεσιακή διοίκηση.
Η αποχώρηση της Γκίλφοϊλ, έπειτα από μια ιδιαίτερα σύντομη θητεία, ολοκληρώνει έναν κύκλο έντονης δημοσιότητας γύρω από την παρουσία της στην Ελλάδα, χωρίς ωστόσο να κλείνει την υπόθεση που οδήγησε στην απόφαση του Λευκού Οίκου. Στην Ουάσιγκτον, οι Δημοκρατικοί ζητούν τη διερεύνηση των καταγγελιών που δημοσιοποιήθηκαν τις προηγούμενες εβδομάδες, ενώ το ενδιαφέρον στρέφεται πλέον τόσο στους χειρισμούς της αμερικανικής κυβέρνησης όσο και στις πιθανές πολιτικές προεκτάσεις της υπόθεσης ενόψει των εκλογών.
Για την Αθήνα, το άμεσο ζητούμενο είναι η διατήρηση της συνέχειας στις διμερείς σχέσεις, ιδιαίτερα στους τομείς της ενέργειας, της άμυνας και της περιφερειακής ασφάλειας, στους οποίους είχε δοθεί ιδιαίτερη έμφαση κατά τη διάρκεια της θητείας της Γκίλφοϊλ.
Ο Τζόσουα Χακ και η διαδοχή
Ο Τζόσουα Χακ, ο οποίος είχε υπηρετήσει ως επιτετραμμένος της αμερικανικής πρεσβείας πριν από την άφιξη της Γκίλφοϊλ, αναλαμβάνει τη διαχείριση της μεταβατικής περιόδου. Πρόκειται για διπλωμάτη καριέρας, με εμπειρία στα ζητήματα της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και προηγούμενη υπηρεσία σε αμερικανικές διπλωματικές αποστολές στην Κίνα, την Ιαπωνία, το Χονγκ Κονγκ και τη Βουλγαρία.
Η γνώση του ελληνικού περιβάλλοντος και των περιφερειακών ζητημάτων θεωρείται σημαντική για τη συνέχιση των επαφών με την ελληνική κυβέρνηση και την παρακολούθηση των διμερών προτεραιοτήτων.
Σε διπλωματικό επίπεδο, η προσωρινή ανάληψη της πρεσβείας από υπηρεσιακό στέλεχος δεν αποτελεί ασυνήθιστη διαδικασία. Ωστόσο, η συγκυρία έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς η αποχώρηση της Γκίλφοϊλ σημειώνεται σε μια περίοδο κατά την οποία η Αθήνα και η Ουάσιγκτον έχουν αναπτύξει στενή συνεργασία σε μια σειρά στρατηγικών τομέων.
Σύμφωνα με τις ίδιες εκτιμήσεις, η επιλογή νέου πρέσβη δεν αποτελεί άμεση προτεραιότητα για τον Λευκό Οίκο, ο οποίος βρίσκεται σε προεκλογική περίοδο. Η διαδικασία ενδέχεται να ξεκινήσει μετά τις ενδιάμεσες εκλογές, ενώ θα απαιτηθεί και η προβλεπόμενη επικύρωση του διορισμού από τη Γερουσία.
Η υπόθεση παραμένει ανοιχτή στην Ουάσιγκτον
Η απομάκρυνση της Γκίλφοϊλ δεν σημαίνει απαραίτητα και την ολοκλήρωση της υπόθεσης που προκάλεσε την αποχώρησή της.
Οι Δημοκρατικοί στο Κογκρέσο έχουν ήδη ζητήσει τη διερεύνηση των καταγγελιών, υποστηρίζοντας ότι η παραίτηση δεν αναιρεί την ανάγκη εξέτασης των στοιχείων που έχουν δημοσιοποιηθεί.
Μέλη της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής των Αντιπροσώπων έχουν κατηγορήσει την πρώην πρέσβειρα ότι αξιοποίησε τη δημόσια θέση της για προσωπικό οικονομικό όφελος, ενώ από την πλευρά των Δημοκρατικών στην Επιτροπή Εποπτείας διατυπώθηκαν επικρίσεις και για τους χειρισμούς της κυβέρνησης Τραμπ.
Οι συγκεκριμένες καταγγελίες δεν συνιστούν διαπιστωμένες παραβάσεις, ωστόσο η πολιτική συζήτηση που έχει αναπτυχθεί γύρω από την υπόθεση αναμένεται να συνεχιστεί.
Το ενδιαφέρον στρέφεται πλέον και στον τρόπο με τον οποίο ο Λευκός Οίκος διαχειρίστηκε τα δημοσιεύματα, καθώς και στο κατά πόσον υπήρχαν διαθέσιμες πληροφορίες για τις καταγγελλόμενες δραστηριότητες πριν από τον διορισμό της Γκίλφοϊλ στην Αθήνα.
Πώς ελήφθη η απόφαση στον Λευκό Οίκο
Η απόφαση για την απομάκρυνση της Γκίλφοϊλ είχε ουσιαστικά διαμορφωθεί τις προηγούμενες ημέρες, καθώς τα διαδοχικά δημοσιεύματα της Wall Street Journal είχαν προκαλέσει προβληματισμό στο προεδρικό επιτελείο.
Σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες, στην Ουάσιγκτον επικράτησε η εκτίμηση ότι η συνέχιση της δημόσιας συζήτησης για την υπόθεση δημιουργούσε πρόσθετη πολιτική πίεση στην κυβέρνηση, σε μια περίοδο κατά την οποία η αντιπαράθεση με τους Δημοκρατικούς εντείνεται ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών.
Ο χειρισμός της κρίσης φέρεται να πέρασε αποκλειστικά στον Λευκό Οίκο, με το Στέιτ Ντιπάρτμεντ να αποφεύγει δημόσιες τοποθετήσεις. Στη διαμόρφωση της τελικής απόφασης συνέβαλε, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, και η στάση του υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο.
Μετά την αναχώρηση του Ρούμπιο από την Ελλάδα και τη δημοσιοποίηση των καταγγελιών του Ρεπουμπλικανού δωρητή Έρικ Ντίτερς, συνεργάτες του Τραμπ φέρονται να συζήτησαν με την Γκίλφοϊλ το ενδεχόμενο οικειοθελούς παραίτησης, χωρίς να υπάρξει αρχικά θετική ανταπόκριση.
Η ίδια, σύμφωνα με πληροφορίες, επιχείρησε να εξασφαλίσει πολιτική υποστήριξη μέσω τηλεφωνικών επαφών με πρόσωπα της αμερικανικής κυβέρνησης, μεταξύ των οποίων ο υπουργός Άμυνας και ο πρέσβης των Ηνωμένων Πολιτειών στην Τουρκία.
Ωστόσο, δεν υπήρξε δημόσια παρέμβαση υπέρ της παραμονής της.
Τελικά, ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε επισήμως ότι ζήτησε την παραίτησή της, με τη νέα εκπρόσωπο Τύπου, Κέιτι Ζακαράια, να ευχαριστεί την Γκίλφοϊλ για την προσφορά της.
Οι δηλώσεις Τραμπ και η αποχαιρετιστήρια ανάρτηση
Ο Ντόναλντ Τραμπ συνέδεσε δημόσια την απόφαση με τα δημοσιεύματα των τελευταίων ημερών, αναγνωρίζοντας ότι η Γκίλφοϊλ έκανε καλή δουλειά στην Ελλάδα, αλλά σημειώνοντας ότι δεν ήταν ικανοποιημένος από όσα διάβαζε. Παράλληλα, διευκρίνισε ότι δεν επικοινώνησε προσωπικά μαζί της πριν από την απομάκρυνσή της και υποβάθμισε την προσωπική τους σχέση, υπενθυμίζοντας ότι στο παρελθόν διατηρούσε δεσμό με τον γιο του.
Από την πλευρά της, η Γκίλφοϊλ, στην αποχαιρετιστήρια ανάρτησή της, χαρακτήρισε τη θητεία της στην Ελλάδα ως τη μεγαλύτερη τιμή της ζωής της και εξέφρασε την ευγνωμοσύνη της προς τον Αμερικανό πρόεδρο και τον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο.
Στον απολογισμό της αναφέρθηκε ιδιαίτερα στην προώθηση των εξαγωγών αμερικανικού υγροποιημένου φυσικού αερίου προς την Ευρώπη, στον Κάθετο Διάδρομο, στην ενίσχυση της αμυντικής συνεργασίας με την Ελλάδα και στη διεύρυνση των επενδυτικών ευκαιριών για αμερικανικές επιχειρήσεις.
Η ίδια υπογράμμισε ότι, παρά την ολοκλήρωση της διπλωματικής της αποστολής, παραμένει αφοσιωμένη στον Τραμπ και στην πολιτική ατζέντα «Πρώτα η Αμερική», επιλέγοντας να επικεντρωθεί στο έργο της και στη διατήρηση των πολιτικών της δεσμών με την αμερικανική κυβέρνηση.
Τα δημοσιεύματα που προηγήθηκαν
Η υπόθεση άρχισε να απασχολεί την αμερικανική επικαιρότητα στις 25 Σεπτεμβρίου, όταν η Wall Street Journal δημοσίευσε το πρώτο από μια σειρά ερευνητικών ρεπορτάζ για τη δραστηριότητα της Γκίλφοϊλ.
Το αρχικό δημοσίευμα επικεντρώθηκε στη σχέση της με τον ελληνοαμερικανό επιχειρηματία και λομπίστα Κρις Μαραφάτσο, ο οποίος, σύμφωνα με την εφημερίδα, συμμετείχε σε διπλωματικές συναντήσεις σε χώρες των Βαλκανίων χωρίς να αποσαφηνίζεται η ιδιότητά του.
Στο ίδιο ρεπορτάζ περιλαμβάνονταν αναφορές σε δείπνο στην αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα, παρουσία μελών της ελληνικής κυβέρνησης και διπλωματών, κατά το οποίο η Γκίλφοϊλ φέρεται να αναφέρθηκε στη δυνατότητα άσκησης αμερικανικής πολιτικής επιρροής, επικαλούμενη τις εξελίξεις στη Ρουμανία.
Οι ισχυρισμοί προκάλεσαν αντιδράσεις από το Βουκουρέστι, ενώ η ελληνική κυβέρνηση διέψευσε ότι διατυπώθηκε οποιαδήποτε απειλή. Η ίδια η Γκίλφοϊλ, μέσω των δικηγόρων της, αμφισβήτησε την περιγραφή του περιστατικού.
Στις 8 Οκτωβρίου, η Wall Street Journal επανήλθε με δημοσίευμα σύμφωνα με το οποίο η Γκίλφοϊλ είχε ζητήσει 100.000 δολάρια από τον Ρεπουμπλικανό δωρητή Έρικ Ντίτερς για την εξόφληση προσωπικής πιστωτικής κάρτας, πριν από την ακρόαση επικύρωσης του διορισμού της από τη Γερουσία.
Ο Ντίτερς υποστήριξε ότι είχε επιδιώξει τη βοήθειά της για πρόσβαση σε πρόσωπα του περιβάλλοντος Τραμπ και χαρακτήρισε την υπόθεση ως πρακτική «pay to play».
Παρέδωσε επίσης στους δημοσιογράφους σειρά μηνυμάτων που, όπως ανέφερε, είχε ανταλλάξει με την Γκίλφοϊλ. Η ίδια αμφισβήτησε τη γνησιότητά τους, αν και, σύμφωνα με μεταγενέστερο ρεπορτάζ του CBS, ο Λευκός Οίκος φέρεται να έκρινε ότι ήταν αυθεντικά.
Οι δικηγόροι της Γκίλφοϊλ υποστήριξαν ότι ο Ντίτερς της όφειλε περίπου 150.000 δολάρια για ομιλίες και συμβουλευτικές υπηρεσίες που είχε παράσχει πριν από τον διορισμό της και ότι η οικονομική απαίτηση αφορούσε την είσπραξη αυτών των οφειλών.
Ακολούθησαν νέα δημοσιεύματα για ταξίδια της με ιδιωτικά αεροσκάφη και παροχές από επιχειρηματίες.
Η Wall Street Journal ανέφερε ότι είχε ταξιδέψει στο Νταβός με ιδιωτικό αεροσκάφος Έλληνα επιχειρηματία, ενώ επικαλέστηκε ηχογράφηση στην οποία η Γκίλφοϊλ φέρεται να αναφέρεται σε ταξίδια στο Παρίσι και στο Γκστάαντ, με έξοδα που είχαν καλυφθεί από εφοπλιστή.
Σύμφωνα με πηγές του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, εξετάζεται κατά πόσον τηρήθηκαν οι κανόνες που διέπουν την αποδοχή και τη δήλωση δώρων από ιδιώτες.
Η Γκίλφοϊλ, μέσω των νομικών της εκπροσώπων, αρνήθηκε οποιαδήποτε παράβαση, υποστηρίζοντας ότι είχε ζητήσει οδηγίες από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ και είχε συμμορφωθεί με τους προβλεπόμενους ομοσπονδιακούς κανονισμούς. Οι δικηγόροι της γνωστοποίησαν επίσης ότι εξετάζουν κάθε διαθέσιμο ένδικο μέσο για την αποκατάσταση της φήμης της.





























