Η δημοσκόπηση της GPO που δημοσίευσαν τα Παραπολιτικά το περασμένο Σάββατο, συζητήθηκε πολύ γιατί έδειξε ότι η Νέα Δημοκρατία δεν σημείωσε μεγάλη άνοδο παρά το πακέτο παροχών της ΔΕΘ. Λίγα μόνο εικοσιτετράωρα μετά τον επικοινωνιακό καταιγισμό που συνόδευσε τις παροχές Μητσοτάκη, η ΝΔ «τσιμπάει» μόλις 1,8% στην πρόθεση ψήφου (24,8% από 23%).
Δεν αναπληρώνονται οι απώλειες
Το εύρημα της δημοσκόπησης που δεν συζητήθηκε (αν και θα έπρεπε) είναι η σύγκριση της τωρινής επίδοσης της ΝΔ με αυτήν του περασμένου Ιουνίου. Σύμφωνα με την GPO, τον Ιούνιο η ΝΔ ήταν στο 26%, τον Ιούλιο υπό την επήρεια του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ έπεσε στο 23% και για να ανέβει τώρα με τις παροχές στο 24,8%. Δηλαδή, το κυβερνών κόμμα όχι μόνο αδυνατεί εδώ και ένα χρόνο να υπερβεί δημοσκοπικά το πολύ κακό αποτέλεσμα των ευρωεκλογών, αλλά δεν μπορεί να αναπληρώσει τις απώλειες του ΟΠΕΚΕΠΕ. Ωστόσο, παρά τις χαμηλές πτήσεις της, η ΝΔ δεν απειλείται ούτε κατά διάνοια από το δεύτερο ΠΑΣΟΚ.
Αδύνατη η αυτοδυναμία
Τα ευρήματα της GPO που συμπίπτουν λίγο-πολύ με εκείνα των υπολοίπων εταιριών, επιβεβαιώνουν ότι μακράν το πιο πιθανό σενάριο για τις επόμενες εκλογές είναι η πρωτιά της ΝΔ χωρίς όμως αυτοδυναμία. Θα μπορούσε να λεχθεί μάλιστα ότι η παγίωση της δημοσκοπικής φθοράς της ΝΔ σε συνδυασμό με τον κατακερματισμό του κομματικού συστήματος καθιστούν αδύνατο το σενάριο της αυτοδυναμίας, ακόμα και στην περίπτωση των διπλών διαδοχικών εκλογών -όταν ξεκινάς από τόσο χαμηλά δεν μπορείς να φτάσεις τον πήχη της αυτοδυναμίας, όσο καλά και αν παίξεις ο χαρτί της απειλής για την «ακυβερνησία».
Παρόλο που κανένα κόμμα στην Ελλάδα δεν πιστεύει πραγματικά στις κυβερνήσεις συνεργασίας, το ζήτημα προκύπτει αντικειμενικά από τους πολιτικούς συσχετισμούς. Από τη στιγμή που δεν βγαίνουν τα κουκιά της αυτοδυναμίας, η συζήτηση για τις κυβερνήσεις συνεργασίας δεν μπορεί παρά να ανοίξει.
Το παράθυρο Μητσοτάκη
Την αυλαία της συζήτησης για τις κυβερνήσεις συνεργασίας σήκωσε ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης την περασμένη εβδομάδα στη συνέντευξή του στη ΔΕΘ. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση, ο πρωθυπουργός για πρώτη φορά άνοιξε το παράθυρο στο ενδεχόμενο η τρίτη κυβέρνηση Μητσοτάκη να είναι πολυκομματική. Συγκεκριμένα, αφού ξεκαθάρισε ότι δεν θα αλλάξει τον εκλογικό νόμο και επιμένει στη διεκδίκηση της αυτοδυναμίας, ανέφερε ότι «κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει ποιο θα είναι το πολιτικό τοπίο το 2027, όταν θα διεξαχθούν οι εκλογές. Κατά συνέπεια, η ερώτησή σας για ενδεχόμενες μετεκλογικές συνεργασίες σε ένα τοπίο το οποίο θυμίζει περισσότερο τοπίο στην ομίχλη αυτή τη στιγμή, νομίζω ότι δεν μπορεί στην παρούσα συγκυρία να απαντηθεί από εμένα. Άρα, τελικά ο ελληνικός λαός είναι αυτός ο οποίος θα εκφράσει την προτίμησή του. Αυτός είναι ο κυρίαρχος και αυτός θα κάνει την επιλογή, αν επιθυμεί μια μονοκομματική κυβέρνηση ή μας υποδείξει ότι επιθυμεί μια κυβέρνηση συνεργασίας».
Το συμπέρασμα είναι προφανές: Αν από τις κάλπες προκύψει ότι δεν βγαίνει η αυτοδυναμία (όπως όλα δείχνουν άλλωστε), ο Μητσοτάκης θα μπει κανονικά στη διαβούλευση για κυβερνητική συνεργασία. Η δήλωση του πρωθυπουργού θα μπορούσε να ερμηνευτεί και ως σήμα ότι δεν πρόκειται να πάμε σε τρίτες εκλογές. Το πιο ενδιαφέρον όμως είναι ότι ο Μητσοτάκης δεν αποκλείει a priori κανένα ενδεχόμενο συνεργασιών ούτε προς τα αριστερά ούτε προς τα δεξιά.
Τι είπε ο Ανδρουλάκης
Στη χτεσινή συνέντευξή Τύπου που έδωσε στη ΔΕΘ, ο Νίκος Ανδρουλάκης έδειξε με έμμεσο τρόπο ότι η συζήτηση για τις συνεργασίες της επόμενης μέρα έχει ανοίξει και για το ΠΑΣΟΚ. Σε ερώτηση για το αν δεσμεύεται ότι το ΠΑΣΟΚ δεν πρόκειται να συνεργαστεί με τη Νέα Δημοκρατία όσες εκλογικές αναμετρήσεις και αν χρειαστούν για να προκύψει κυβέρνηση, ο Νίκος Ανδρουλάκης απάντησε ότι «η πολιτική αλλαγή περνά μέσα από την ήττα της σημερινής κυβερνητικής πολιτικής, μέσα από την ήττα της Νέας Δημοκρατίας. Νίκη του ΠΑΣΟΚ και ήττα της Νέας Δημοκρατίας σημαίνει αλλαγή σελίδας για τον τόπο». Η απάντηση αυτή ενώ σε πρώτη ανάγνωση κόβει τη σενάριο της συγκυβέρνησης με τη ΝΔ, εντούτοις, δεν έχει την κατηγορηματική διατύπωση που υιοθέτησε ο Χάρης Δούκας ο οποίος πριν λίγες μέρες. Ο δήμαρχος Αθηναίων δήλωσε ότι «το ΠΑΣΟΚ δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να οδηγηθεί σε κυβερνητική συνεργασία με τον Μητσοτάκη και τη ΝΔ. Όσες κάλπες και αν χρειαστούν».
Συνεργασία με ποιους;
Στη συνέχεια, σε ερωτήσεις που του έγιναν για το με ποιες δυνάμεις θα μπορούσε να συνεργαστεί σε περίπτωση που το ΠΑΣΟΚ πρωτεύσει χωρίς αυτοδυναμία, ο Ανδρουλάκης απέφυγε να δεσμευτεί. Αφού επισήμανε ότι δεν μπορούμε να έχουμε άλλη μια τετραετία Μητσοτάκη, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ υποστήριξε ότι «όσον αφορά τις συνεργασίες, έχω αποδείξει ότι όταν χρειαστεί στη Βουλή και πάντα στο προσκήνιο, είμαι έτοιμος να συνεργαστώ για να πετύχουμε συγκεκριμένους στόχους απέναντι στη Νέα Δημοκρατία, αλλά στο προσκήνιο. Το ΠΑΣΟΚ παιχνίδια παρασκηνίου δεν παίζει με κανέναν».Ανέφερε ακόμα ότι «δεν μπορώ να κάνω τον Νοστράδαμο και να επινοήσω, να φανταστώ ή να περιγράψω ποιο θα είναι το εκλογικό αποτύπωμα της λαϊκής ετυμηγορίας στις επόμενες εθνικές εκλογές». Στις απαντήσεις που έδωσε, ο Νίκος Ανδρουλάκης απέφυγε την κατηγορηματική δέσμευση ότι το ΠΑΣΟΚ θα επιδιώκει συνεργασία μόνο με τα προοδευτικά κόμματα αν κερδίσει τις εκλογές.
Οι συσχετισμοί και ο πρωθυπουργός
Είναι προφανές ότι κανένας πολιτικός αρχηγός δεν θα μπει δημόσια σε συζήτηση για το τι θα κάνει αν χάσει τις εκλογές. Δεδομένων όμως των δημοσκοπήσεων, δεν υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο να είναι το ΠΑΣΟΚ πρώτο κόμμα στις κάλπες. Το ερώτημα λοιπόν είναι τι θα πράξει ο Ανδρουλάκης αν η ΝΔ ως πρώτο κόμμα, του απευθύνει πρόταση κυβερνητικής συνεργασίας. Σε αυτήν την περίπτωση η Χαριλάου Τρικούπη θα βρεθεί σε Συμπληγάδες. Από τη μια μεριά, μια συνεργασία με τη ΝΔ θα δώσει την ευκαιρία σε εξ αριστερών πολεμική για «ανίερες συμμαχίες». Από την άλλη, η «κυβερνησιμότητα» συνιστά δομικό στοιχείο της πολιτικής κουλτούρας του ΠΑΣΟΚ. Το δίλημμα θα είναι σκληρό και ο Ανδρουλάκης θα πρέπει να δείξει ιδιαίτερη πολιτική ικανότητα για να το διαχειριστεί επιτυχημένα. Για να έχει περιθώρια ελιγμών αύριο, αποφεύγει σήμερα τις κατηγορηματικές δεσμεύσεις.
Τις δεσμεύσεις όμως δεν τις θέλει ούτε ο Μητσοτάκης αυτήν τη στιγμή, γιατί εκτιμά ότι μπορεί να είναι πιο απλή (και πιο εύκολα διαχειρίσιμη) η συνεργασία με ένα ακροδεξιό κόμμα όπως της Λατινοπούλου, παρά με ένα κεντροαριστερό κόμμα όπως το ΠΑΣΟΚ. Άλλωστε ο τρόπος που αντιμετώπισαν κορυφαίοι υπουργοί της ΝΔ τη δολοφονία του Τσάρλι Κερκ δείχνει ότι το κυβερνών κόμμα κάνει όλο και πιο μεγάλα ανοίγματα προς τα (ακρο)δεξιά. Επομένως, ο πρωθυπουργός θέλει να έχει όλα τα χαρτιά στη διάθεσή του. Τα πάντα βέβαια εξαρτώνται από τι θα βγάλουν στο τέλος οι κάλπες. Σε κάθε περίπτωση, η συζήτηση για τις κυβερνήσεις συνεργασίας έχει πια αρχίσει.




























