Τα «Παιχνίδια Εξουσίας» αναδημοσιεύουν από τον «Ριζοσπάστη» (αρχικά ρεπόρτερ Δ.Ορφ.) ένα ενδιαφέρον κείμενο για τις ανακατατάξεις στην αγορά ενέργειας που προκάλεσε ο πόλεμος στο Ιράν:
Ασίγαστοι παραμένουν οι σφοδροί ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί στο πεδίο της παραγωγής και μεταφοράς Ενέργειας στη Μέση Ανατολή και ευρύτερα, καθώς ο πόλεμος ΗΠΑ και Ισραήλ κατά του Ιράν επιτάχυνε εξελίξεις και αλλαγές που είχαν ήδη δρομολογηθεί στην αρένα της διαπάλης ΗΠΑ - Κίνας για τη διεθνή πρωτοκαθεδρία μέσα στις επόμενες κρίσιμες δεκαετίες.
Καταλύτης σε αυτές τις αλλαγές ήταν το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ επί περίπου 3,5 μήνες. Αυτό οδήγησε στο να αναζητηθούν από τα ενεργειακά μονοπώλια νέες εμπορικές οδοί για τη μεταφορά της σε συνθήκες πιο ευνοϊκές για αυτά και άκρως δυσμενείς για τα λαϊκά στρώματα σε όλο τον κόσμο με την τεράστια ακρίβεια στην Ενέργεια.
Η σύγκρουση που μεταφέρεται παράλληλα και σε άλλα επίπεδα, στο φόντο του εύθραυστου μνημονίου ΗΠΑ - Ιράν για τερματισμό των συγκρούσεων και συνέχιση σύνθετων διαπραγματεύσεων στην Ελβετία, ανέδειξε ταυτόχρονα τις αδυναμίες χωρών που εξαρτώνται από τις εισαγωγές Ενέργειας ιδιαίτερα σε Ασία και Ευρώπη τόσο για ισχυρούς ανταγωνιστές των ΗΠΑ όπως η Κίνα, όσο και για στενούς συμμάχους τους όπως η Νότια Κορέα, η Ιαπωνία, η Ινδία, οι χώρες της ΕΕ και του ΝΑΤΟ.
Αλλωστε, ο νέος πόλεμος στη Μέση Ανατολή αντικειμενικά πυροδότησε γενικευμένες εξελίξεις, με τη διαμάχη για τον έλεγχο των στρατηγικών Στενών του Ορμούζ να αποτελεί μία από τις κύριες αιτίες και όχι παρεπόμενο της σύγκρουσης.
Από τα Στενά του Ορμούζ πριν τον πόλεμο περνούσε περίπου το 25% του πετρελαίου και φυσικού αερίου με βασικό αποδέκτη την Κίνα και άλλες ασιατικές χώρες. Οι αποτυχημένες, όπως αποδείχθηκε επί του παρόντος, προσπάθειες των ΗΠΑ και του Ισραήλ να τα ελέγξουν είχε τελικό σκοπό το ξαναμοίρασμα των αγορών και του ελέγχου της ροής πετρελαίου προς τον μεγαλύτερο ανταγωνιστή των ΗΠΑ, την Κίνα, που επισήμως, τουλάχιστον, προσπάθησε να κρατήσει «αποστάσεις» στη διάρκεια της σύγκρουσης.
Στριμωγμένες βρέθηκαν για δεύτερη φορά (μετά το ξέσπασμα του ιμπεριαλιστικού πολέμου στην Ουκρανία) μεγάλες χώρες της ΕΕ που ξαναβγήκαν στο παζάρι για να εξασφαλίσουν απαραίτητες ποσότητες Ενέργειας, ξεδιπλώνοντας παράλληλα σχέδια ανάπτυξης Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και των πυρηνικών σταθμών που λανσάρονται εδώ και χρόνια σαν... «πράσινοι».
Σε χώρες της Λατινικής Αμερικής οι αστικές τάξεις διέκριναν «ευκαιρίες» για αύξηση της παραγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου προσδοκώντας διεύρυνση του «πελατολογίου τους» από χώρες της Ευρώπης και της Ασίας που εξαρτώνται ενεργειακά από τις πετρελαιοπαραγωγές χώρες του Κόλπου.
Ετσι εξηγούνται οι αντιθέσεις χωρών της ΕΕ στις επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ, αλλά και οι δηλώσεις Αμερικανών αξιωματούχων που σηματοδοτούν απόκλιση των συμφερόντων ακόμη ανάμεσα και στους λεγόμενους «παραδοσιακούς» εταίρους ποικίλων λυκοσυμμαχιών.
Ως εκ τούτου, ο πόλεμος για τον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ και το ξαναμοίρασμα αγορών και δρόμων μεταφοράς Ενέργειας προκάλεσε ένα «ντόμινο» αλλαγών στους ενεργειακούς χάρτες.
Αλλαγή ενεργειακού μείγματος για μεγαλύτερη κερδοφορία
Ορισμένες από τις αλλαγές αυτές καταγράφονται τις τελευταίες μέρες σε διαδοχικά ρεπορτάζ του αμερικανικού Τύπου. Σε σχετικό δημοσίευμα της εφημερίδας «New York Times» με τον εύγλωττο τίτλο «Ο πόλεμος στο Ιράν άλλαξε μόνιμα τη Διεθνή Οικονομία» (16/6) καταγράφονται οι αλλαγές στις πηγές, οδούς και αγορές Ενέργειας, παράλληλα με τη γενική επισήμανση - που ανέδειξε στην τελευταία έκθεσή της και η Διεθνής Υπηρεσία Ενέργειας, ΙΕΑ - πως ούτε θα αποκατασταθούν γρήγορα οι ροές Ενέργειας, ούτε οι οικονομίες σε διάφορες χώρες του κόσμου (ειδικά εκείνες που εισάγουν Ενέργεια) θα επανέλθουν στα πρότερα, προπολεμικά επίπεδα. Ο πόλεμος, επισημαίνουν οι αρθρογράφοι, άλλαξε το «ενεργειακό μείγμα» και τους «παίκτες» στην αρένα της Ενέργειας, προκαλώντας παράλληλα «βαθιές τομές» που είναι δύσκολο να αντιστραφούν.
Ο Ντάαν Ουόλτερ, από τη βρετανική οργάνωση έρευνας στον τομέα της Ενέργειας, Ember, επισημαίνει πως οι τεχνολογικές εξελίξεις στον τομέα π.χ. των μπαταριών ηλεκτρικής ενέργειας διευκόλυνε ή επιτάχυνε την ηλεκτροκίνηση, κάνοντάς την πιο προσιτή από ό,τι φαινόταν πριν μόλις τέσσερα χρόνια κατά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία το 2022. Ο ίδιος σημειώνει πως τον περασμένο Απρίλη η παραγωγή ηλεκτρισμού από αιολικά και ηλιακά πάρκα διεθνώς ξεπέρασε εκείνη των σταθμών που λειτουργούν με φυσικό αέριο για πρώτη φορά. «Αυτό που πριν πέντε χρόνια ήταν ελάχιστα ανταγωνιστικό, τώρα είναι σχεδόν σαφώς φθηνότερο» επισημαίνει ο ίδιος, τονίζοντας για παράδειγμα πως πλέον σήμερα οι επενδύσεις στον τομέα των ΑΠΕ (Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας) υπόσχονται απόδοση κερδών σε μόλις δύο χρόνια αντί για 30 πριν μία δεκαετία.
Ανακατατάξεις ροών Ενέργειας στη Μέση Ανατολή
Αλλαγές παρατηρούνται και στις σχέσεις χωρών παραγωγών Ενέργειας. Οι κόντρες και οι ανταγωνισμοί μεταξύ ΗΑΕ και Σαουδικής Αραβίας αναδείχθηκαν ξεκάθαρα και σε αυτή τη σύγκρουση, με τα Εμιράτα να αποχωρούν επιδεικτικά και από τον OPEC και τον OPEC+, θεωρώντας πως η παραμονή της χώρας ήταν πλέον ασύμφορη. Αυτές οι αντιπαραθέσεις (που αντικατοπτρίστηκαν προ μηνών στην Υεμένη) αλλά και τα σοβαρά πλήγματα που υπέστη η Σαουδική Αραβία από τα ιρανικά αντίποινα -όπου αποδείχτηκε ότι οι αμερικανικές βάσεις ήταν μαγνήτης αντίπαλων πυρών - την έφεραν πιο κοντά στη Ρωσία. Είναι χαρακτηριστικό πως η Σαουδική Αραβία φέτος στο Διεθνές Οικονομικό Φόρουμ της Αγίας Πετρούπολης ήταν τιμώμενη χώρα. Την έφερε επίσης πιο κοντά (από στρατιωτική άποψη) και στο Πακιστάν, με το οποίο σύναψε τον Σεπτέμβριο του 2025 σύμφωνο αμοιβαίας στρατιωτικής συνδρομής.
Επιπροσθέτως, σύμφωνα με την τελευταία ανάλυση της ελληνικής εταιρείας τεχνολογίας στον χώρο της ναυτιλίας «Signal Ocean», η Σαουδική Αραβία προσπάθησε να καλύψει τις απώλειες που υπέστη στις εξαγωγές Ενέργειας από τα κλειστά Στενά του Ορμούζ προωθώντας μεγαλύτερο όγκο αργού πετρελαίου στο λιμάνι Γιανμπού στην Ερυθρά Θάλασσα και στον αγωγό «Ανατολής - Δύσης» (μήκους 1.200 χλμ. που μεταφέρει στο ίδιο λιμάνι 7 εκατ. βαρέλια πετρελαίου τη μέρα από τις μεγάλες πετρελαιοπηγές της Ανατολής).
Σύμφωνα με τους αναλυτές, οι εξελίξεις των τελευταίων μηνών επιβεβαιώνουν ότι ο πόλεμος δεν έχει ανακόψει τις πετρελαϊκές ροές από τη Μέση Ανατολή, αλλά έχει οδηγήσει σε σημαντική αναδιάρθρωση των εμπορικών διαδρομών, με στόχο τη διασφάλιση της συνέχισης των εξαγωγών και τη μείωση των γεωπολιτικών κινδύνων για ναυλωτές, πλοιοκτήτες και αγοραστές πετρελαίου. H ανάλυση της «Signal Ocean», για παράδειγμα, καταδεικνύει πως πλέον μεταβάλλεται η εικόνα του Περσικού Κόλπου ως κυρίαρχου εξαγωγικού κέντρου αργού πετρελαίου, με το επίκεντρο να μετατοπίζεται στο σαουδαραβικό λιμάνι Γιανμπού στην Ερυθρά Θάλασσα, το οποίο αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη σημασία.
Στο μεταξύ, τα ΗΑΕ δεν αρκέστηκαν στην αποχώρηση από τον OPEC+. Εβαλαν μπροστά ένα ιδιαίτερα φιλόδοξο σχέδιο για προώθηση του τομέα υπηρεσιών των εφοδιαστικών αλυσίδων (logitistics), ώστε να μειώσουν όσο το δυνατόν περισσότερο (ή ακόμη και να μηδενίσουν) την εξάρτησή τους από τα Στενά του Ορμούζ. Βασικό κομμάτι αυτής της στρατηγικής είναι η μεγάλη επέκταση των ανατολικών λιμένων των ΗΑΕ σε Ντίμπα, Φουτζέιρα, Χορ Φακάν στον Κόλπο του Ομάν. Επιπλέον τα ΗΑΕ σχεδιάζουν ένα νέο λιμάνι στην ανατολική ακτή. Παράλληλα επιταχύνουν την κατασκευή δεύτερου αγωγού, ώστε να διπλασιάσει τις ποσότητες αργού που μπορεί να εξάγει στη Φουτζέιρα, ενώ επιπλέον εξετάζει και άλλες ιδέες προκειμένου να εξάγει απρόσκοπτα LNG, πετροχημικά και άλλα ενεργειακά προϊόντα.
Ωφελημένη από τον πόλεμο στο Ιράν βγήκε και η Ρωσία που αποτελεί ταυτόχρονα στρατηγικό εταίρο της Τεχεράνης. Οχι μόνο λόγω της εκτόξευσης των κερδών από την ακρίβεια των καυσίμων, αλλά και επειδή, μεταξύ άλλων, οι ΗΠΑ αναγκάστηκαν να άρουν για έναν με δύο μήνες τις κυρώσεις σε βάρος της Μόσχας σε ό,τι αφορά τις εξαγωγές πετρελαίου και αερίου, προκειμένου να καλυφθούν οι ενεργειακές ανάγκες ευρωπαϊκών και ασιατικών εταίρων της Ουάσιγκτον που η ίδια αδυνατούσε να καλύψει.
Στο μεταξύ σχεδιάζονται και χρηματοδοτούνται νέοι αγωγοί που θα περνούν μέσα από τη Συρία και την Τουρκία. Στόχος είναι το πετρέλαιο να φτάνει απευθείας στην Ευρώπη και την Ασία από την ξηρά, ώστε να αποφεύγονται τα Στενά του Ορμούζ.
Τα σθεναρά ιρανικά αντίποινα μεταξύ άλλων χωρών της περιοχής και στο Κατάρ (όπου βρίσκεται το τεράστιο εργοστάσιο φυσικού αερίου Ras Laffan) κατέστρεψαν σημαντικές υποδομές και εγκαταστάσεις Ενέργειας, με αποτέλεσμα το εμιράτο να χάσει το ένα έκτο των εξαγωγών, αναγκάζοντας τους πελάτες του σε Ευρώπη και Ασία να ψάξουν εναλλακτικές αγορές.
Το ίδιο διάστημα, Βραζιλία, Βενεζουέλα, Κολομβία, Αργεντινή αλλά και Γουιάνα διέκριναν ευκαιρίες για νέες αγορές, αποφασίζοντας στο φόντο του πολέμου στο Ιράν να αυξήσουν την παραγωγή πετρελαίου προκειμένου να κεφαλαιοποιήσουν τις αυξημένες ανάγκες για «εναλλακτικούς» εξαγωγείς Ενέργειας.
Η ώθηση και το προβάδισμα των ΑΠΕ στην Κίνα
Οι ενεργειακές πιέσεις που δέχτηκε η Κίνα στη διάρκεια του πολέμου στο Ιράν (που είναι επίσης δικός της στρατηγικός εταίρος) αύξησαν την ώθηση των έργων σε ΑΠΕ και συναφών τεχνολογικών καινοτομιών, που ενίσχυσαν την εγχώρια παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος στο πλαίσιο ευρύτερης προσπάθειας διαφοροποίησης των πηγών Ενέργειας και μείωσης της εξάρτησης από εισαγωγές. Κινέζικα μονοπώλια που δραστηριοποιούνται στον τομέα των ΑΠΕ επιτάχυναν τους ρυθμούς παραγωγής σε αεροτουρμπίνες για αιολικά πάρκα, καλώδια υψηλής τάσης, μετασχηματιστές, φωτοβολταϊκά πάνελ, μπαταρίες, λογισμικό για τη διαχείριση ροών Ενέργειας, αυξάνοντας παράλληλα την πρόσβασή της σε αυτό το κομμάτι διεθνούς αγοράς. Ορισμένοι όπως η συμβουλευτική εταιρεία διεθνούς Ενέργειας, «Wood Mackenzie», δεν διστάζουν να εκτιμήσουν πως η Κίνα «αναδείχθηκε σε ολοκληρωτικό νικητή» στον τομέα των ΑΠΕ, αφήνοντας πίσω τις ΗΠΑ που επί της δεύτερης θητείας Τραμπ απέσυραν ανάλογες «πράσινες» επενδύσεις προς όφελος των μονοπωλίων πετρελαίου και LNG.
Οπως αναφέρουν αναλυτές της εταιρείας, «αυτή η πολιτική ουσιαστικά απέσυρε τις ΗΠΑ από τον παγκόσμιο ανταγωνισμό (σ.σ. στις ΑΠΕ) και υποχώρησε το βιομηχανικό και τεχνολογικό πλεονέκτημα που είχαν προς όφελος του μεγαλύτερου αντιπάλου τους», της Κίνας.
Είναι φανερό πως οι αλλαγές αυτές θα ενταθούν και το επόμενο διάστημα και αποτελούν τη «νέα καύσιμη ύλη» για τις επόμενες αναμετρήσεις που είναι δεδομένες, καθώς η όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών είναι μια ανεπίστρεπτη διαδικασία. Για τους λαούς δεν υπάρχει άλλη διέξοδος παρά μόνο η πάλη για την οριστική ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου σε κάθε χώρα.

























