Όμως, αν καθίσεις να μιλήσεις με τις περισσότερες οικογένειες, θα ακούσεις μια εντελώς διαφορετική ιστορία. Το ενοίκιο έχει αυξηθεί. Ο λογαριασμός του σούπερ μάρκετ συνεχίζει να φουσκώνει. Ο λογαριασμός ρεύματος φτάνει σαν μικρό σοκ κάθε δίμηνο. Ακόμα κι όταν οι μισθοί αυξάνονται λίγο, μένουν λιγότερα στο τέλος του μήνα. Ο κόσμος δουλεύει, μερικές φορές πιο σκληρά από πριν, κι όμως το αίσθημα ασφάλειας δεν έχει επιστρέψει.
Πώς λοιπόν μπορούν οι αριθμοί να δείχνουν πιο υγιείς ενώ τόσα νοικοκυριά νιώθουν πιο φτωχά;
Μια παλιά ιδέα βοηθάει να το εξηγήσουμε. Ο Richard Cantillon, οικονομολόγος του 18ου αιώνα, παρατήρησε κάτι απλό αλλά σημαντικό: όταν νέο χρήμα μπαίνει σε μια οικονομία, δεν φτάνει παντού εξίσου. Φτάνει πρώτα σε κάποιους — τράπεζες, επενδυτές, ιδιοκτήτες ακινήτων, επιχειρήσεις με καλή πρόσβαση σε πίστωση— και μόνο αργότερα, αν φτάσει καθόλου, διαχέεται στους υπόλοιπους.
Στο ενδιάμεσο, οι τιμές αρχίζουν να ανεβαίνουν. Όσοι έλαβαν το νέο χρήμα νωρίς μπορούν να αγοράσουν περιουσιακά στοιχεία ή να επεκτείνουν τις δραστηριότητές τους πριν αυξηθούν οι τιμές και το κόστος.
Αντίθετα, όσοι ζουν από μισθούς, συντάξεις ή αποταμιεύσεις βρίσκονται αντιμέτωποι με υψηλότερες τιμές, χωρίς αντίστοιχη αύξηση του εισοδήματός τους.
Αυτό είναι το φαινόμενο Cantillon. Δεν εξηγεί, βεβαίως, όλα όσα συμβαίνουν στην ελληνική οικονομία, αλλά προσφέρει ένα χρήσιμο πλαίσιο για να κατανοήσουμε πώς η αύξηση της ρευστότητας μπορεί να επηρεάζει διαφορετικά τις τιμές και τα εισοδήματα. Οι τιμές ενέργειας, η μακρά σκιά της κρίσης χρέους, ο περιορισμένος στεγαστικός χώρος, οι φόροι, όλα αυτά μετράνε. Αλλά βοηθά να κατανοήσουμε γιατί η ανάκαμψη γίνεται αντιληπτή τόσο άνισα. Όσοι ήδη έχουν ακίνητα ή πρόσβαση σε κεφάλαιο βλέπουν τη θέση τους να βελτιώνεται. Οι υπόλοιποι προσπαθούν απλώς να τα βγάλουν πέρα.
Δες τις επίσημες προβλέψεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανέμενε το ελληνικό ΑΕΠ να αυξηθεί 2,1% το 2025 και 1,8% το 2026. Ο πληθωρισμός προβλεπόταν να ανέβει από 2,9% σε 3,7%. Προειδοποίησαν μάλιστα ότι το υψηλότερο κόστος ενέργειας θα πίεζε το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα και θα επιβράδυνε την κατανάλωση. Με άλλα λόγια: η οικονομία μπορεί να επεκτείνεται ενώ οι οικογένειες έχουν λιγότερα να ξοδέψουν.
Η Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών της ΕΛΣΤΑΤ το κάνει συγκεκριμένο. Το 2025, το μέσο νοικοκυριό δαπάνησε περίπου 21.842 ευρώ τον χρόνο, ποσό αυξημένο σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Τα μισά νοικοκυριά δαπανούσαν πάνω από 1.414 ευρώ τον μήνα, ενώ το φτωχότερο 20% κατεύθυνε ήδη το 54% του προϋπολογισμού του σε τρόφιμα και στέγαση. Όταν το κόστος αυτών των βασικών αναγκών αυξάνεται, τα περιθώρια για περικοπές περιορίζονται δραματικά.
Η στέγαση είναι το πιο ξεκάθαρο παράδειγμα. Οι τιμές των κατοικιών αυξήθηκαν περίπου 7,75% το 2025, ενώ την τελευταία δεκαετία έχουν καταγράψει άνοδο της τάξης του 70%-85%, υπερβαίνοντας κατά πολύ την αύξηση των μισθών. Τα ενοίκια αυξήθηκαν περίπου 10% την ίδια χρονιά. Σύμφωνα με τη Eurostat, το 2025 το 26,4% των κατοίκων της Ελλάδας ζούσε σε νοικοκυριό που ξόδευε πάνω από 40% του διαθέσιμου εισοδήματός του σε στέγαση, το υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ, πάνω από τριπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου (7,7%). Για κάποιον που ήδη διαθέτει διαμέρισμα, η άνοδος των τιμών των ακινήτων μπορεί να μοιάζει με μια άνοδο της περιουσίας του. Για ένα νέο ζευγάρι που προσπαθεί να αγοράσει το πρώτο του σπίτι, ή για ενοικιαστές, είναι απλώς ένα ακόμα εμπόδιο.
Ένα απλό παράδειγμα δείχνει πώς οι μισθοί μπορεί να αυξάνονται, ενώ ταυτόχρονα να υποχωρεί το βιοτικό επίπεδο. Φαντάσου μια οικογένεια που κερδίζει 2.000 ευρώ τον μήνα. Μια αύξηση 3% τους δίνει 60 ευρώ παραπάνω. Αλλά αν τα βασικά τους έξοδα (ενοίκιο, τροφή, ρεύμα, μεταφορές) ανέρχονται σε 1.500 ευρώ και αυτά ανεβαίνουν κατά 6%, το επιπλέον κόστος είναι 90 ευρώ. Τελικά, βρίσκονται 30 ευρώ σε χειρότερη θέση. Η αύξηση έρχεται στα χαρτιά, οι υψηλότεροι λογαριασμοί έρχονται στην πραγματικότητα.
Πολλά νοικοκυριά αντιδρούν κόβοντας πρώτα τις αποταμιεύσεις, όταν υπάρχουν. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, το ποσοστό αποταμίευσης των ελληνικών νοικοκυριών ήταν αρνητικό: -2,5% το 2024, και παρέμεινε αρνητικό, στο -3,2%, το δ' τρίμηνο του 2025. Με άλλα λόγια, οι οικογένειες συνολικά ξοδεύουν περισσότερα απ' όσα εισπράττουν, αντλώντας από παλιότερες αποταμιεύσεις ή δανεικά για να καλύψουν το χάσμα. Το ΔΝΤ έχει προειδοποιήσει ότι τα νοικοκυριά με χαμηλό επίπεδο αποταμίευσης έκτακτης ανάγκης είναι πιο ευάλωτα σε απότομες πτώσεις εισοδήματος ή σε αυστηρότερους όρους δανεισμού. Αυτό κάθε άλλο παρά συνιστά άνετη οικονομική θέση. Μια απρόσμενη επισκευή, ένας ιατρικός λογαριασμός ή μια περίοδος μειωμένου εισοδήματος αρκεί για να μετατραπεί η οικονομική πίεση σε άμεσο πρόβλημα Η μεσαία τάξη το αισθάνεται επίσης. Άνθρωποι που κερδίζουν αρκετά ώστε να μην δικαιούνται τις περισσότερες μορφές στήριξης, αλλά ταυτόχρονα βρίσκονται αντιμέτωποι με αυξανόμενες δόσεις στεγαστικών δανείων ή ενοίκια, υψηλότερα έξοδα εκπαίδευσης και τη σταδιακή διάβρωση των αποταμιεύσεων που κάποτε λειτουργούσαν ως οικονομικό μαξιλάρι.
Τίποτα από αυτά δεν σημαίνει ότι η επένδυση είναι κακή ή ότι η ανάπτυξη πρέπει να αποφεύγεται. Ο τουρισμός, οι κατασκευές και τα νέα έργα δημιουργούν θέσεις εργασίας. Αλλά η σειρά με την οποία φτάνουν τα οφέλη έχει σημασία. Μια εταιρεία μπορεί να λάβει χρηματοδότηση, να αγοράσει ακίνητο, και να επεκταθεί. Ένας ενοικιαστής νιώθει το υψηλότερο κόστος στέγασης αμέσως. Οι μισθοί συχνά προσαρμόζονται με καθυστέρηση και πολλές φορές όχι επαρκώς.
Το φαινόμενο Cantillon είναι μόνο ένα κομμάτι της εικόνας. Τα χρόνια της κρίσης άφησαν πολλούς ισολογισμούς εύθραυστους. Οι διεθνείς τιμές ενέργειας και τροφίμων κινούνται για λόγους πολύ πέρα από την ελληνική πολιτική. Η προσφορά στέγης δεν έχει ακολουθήσει τη ζήτηση. Οι φόροι και η παραγωγικότητα διαμορφώνουν επίσης το τι μένει στις τσέπες των ανθρώπων. Παρ' όλα αυτά, η κατανομή κερδών και ζημιών είναι δύσκολο να αγνοηθεί.
Γιώργος Παπάζογλου Σύμβουλος Χρηματοοικονομικών & Επενδύσεων | MBA in Finance, Columbia University, ΗΠΑ
























