Με δάκρυα συγκίνησης υποδέχθηκαν κάποιοι «φιλελεύθεροι» τον ειδικό αποταμιευτικό λογαριασμό του κυρ. Μητσοτάκη. Για κάθε νεογέννητο παιδί της, μια οικογένεια θα καταθέτει μέχρι 1.200 ευρώ τον χρόνο επί 18 έτη (21.600) και την ίδια στιγμή το κράτος θα καταθέτει ένα ισόποσο τίμημα, δεσμευμένο μέχρι τα 18 έτη. Κάτι σαν κράτος ασφαλιστής. Πόσο δύσκολο είναι να βρει κανείς ποιοι μπορούν να ανταποκριθούν σ’ αυτό το μέτρο;
Ποιες οικογένειες, ειδικά στα πρώτα βήματά τους, αφού ο λογαριασμός πρέπει να ανοίξει μέχρι το νεογέννητο να γίνει δύο ετών, μπορούν να ανταποκρίνονται σε κάτι τέτοιο, την ίδια στιγμή που για τις περισσότερες οικογένειες ο μισθός εξαντλείται στο πρώτο δεκαπενθήμερο του μήνα; Κι αντί ντροπής, ενθουσιασμός και «φιλελεύθερα» χειροκροτήματα. Τέτοιο ταξικό μέτρο δεν θα μπορούσε να το διανοηθεί ούτε η Θάτσερ. Το καθιέρωσε όμως ο Μπλερ το 2002.
Η επιδότηση του πλούτου από το κράτος, αυτή είναι η ουσία της πρότασης. Το tricκle-down effect σε όλο του το ταξικό μεγαλείο. Αχ κακόμοιρε Μαρξ που νόμιζες πως ο πλούτος παράγεται μόνο επειδή οι εργαζόμενοι αμείβονται λιγότερο απ’ όσο παράγουν (υπεραξία της εργασίας). Ησουν βαθιά νυχτωμένος! Ο πλούτος σήμερα παράγεται από τον πλούτο. Δεν ζουν απλά στον κόσμο τους, αυτός είναι ο κόσμος τους.
Και τι τελικά θα γίνει με αυτούς που δεν μπορούν να καταθέτουν 100 ευρώ τον μήνα επί 18 χρόνια; Μα αυτοί επιβεβαιώνουν την πιο ταξική και τοξική αντίληψη του νεοφιλελευθερισμού. Η ανικανότητά τους να βάζουν στην άκρη ένα τόσο «ασήμαντο» ποσό, αποδεικνύει πως για τη φτώχεια τους φταίνε οι ίδιοι οι φτωχοί. Αυτοί είναι κοινωνικά απορρίμματα που δεν προσφέρουν τίποτα στην κοινωνία. Στα μέσα του 19ου αιώνα, όπως έγραφε ο Τσαρλς Ντίκενς στο «Ο κοινός μας φίλος» (Gutenberg, μετάφραση Κλαίρη Παπαμιχαήλ), η συλλογή απορριμμάτων από τους φτωχούς ανθρώπους έφερνε μεγάλα πλούτη, σήμερα αυτοί οι φτωχοί, κατά τον Ζίγκμουντ Μπάουμαν, είναι τα σύγχρονα απορρίμματα. Η πρόταση του Πρωθυπουργού δεν αφορά τους φτωχούς. Η πρότασή του αφορά τα οικονομικά της προσφοράς, τα οικονομικά της προτεραιότητας της οικονομίας έναντι της πολιτικής. Σε αντίθεση με τις προτάσεις της ΕΛΑΣ, που παρά τις ελλείψεις τους, κυρίως στο φορολογικό κομμάτι, είναι καθαρά προτάσεις που εντάσσονται στο πλαίσιο των οικονομικών της ζήτησης. Εδώ η πολιτική έχει προτεραιότητα σε σχέση με την οικονομία.
Και αν κανείς θέλει να ξέρει τι σημαίνουν οικονομικά της ζήτησης, να ένα απλό παράδειγμα: Ο βρετανός οικονομολόγος Τζον Μέιναρντ Κέινς διατύπωσε στο επιδραστικό του βιβλίο «Η Γενική Θεωρία της Απασχόλησης, του Τόκου και του Χρήματος» (1936), πως «αν το Υπουργείο Οικονομικών γέμιζε παλιά μπουκάλια με χαρτονομίσματα, τα έθαβε σε κατάλληλο βάθος σε εγκαταλελειμμένα ανθρακωρυχεία… και άφηνε στην ιδιωτική πρωτοβουλία να τα ξεθάψει ξανά… δεν θα υπήρχε πλέον ανεργία». Εννοούσε πως για μια τέτοια κίνηση οι άνθρωποι θα αμείβονται. Με αυτά τα χρήματα θα αγοράζουν φαγητό, ρούχα και άλλα αγαθά. Ετσι, θα αναθερμανθεί η ζήτηση, οι επιχειρήσεις θα αρχίσουν πάλι να πουλάνε και η οικονομία θα ανακάμψει (οικονομικά της ζήτησης). Για την κυβέρνηση όμως το κράτος είναι για να ενισχύει τον πλούτο, όχι την εργασία.
(Ο Γιώργος Σιακαντάρης είναι κοινωνιολόγος και συγγραφέας -Το άρθρο αποτελεί αναδημοσίευση από την εφημερίδα «Τα Νέα»)




























