Σε διάφορες διεθνείς Εκθέσεις, όπως αυτές της Oxfam, διαβάζουμε πως το 2024 ο συνολικός πλούτος των δισεκατομμυριούχων αυξήθηκε κατά 2 τρισεκατομμύρια δολάρια, ενώ δημιουργήθηκαν 204 νέοι δισεκατομμυριούχοι. Πρόκειται για έναν μέσο όρο σχεδόν τεσσάρων νέων δισεκατομμυριούχων ανά βδομάδα. Ο συνολικός πλούτος των δισεκατομμυριούχων αυξήθηκε τρεις φορές ταχύτερα το 2024 απ' ό,τι το 2023. Κάθε δισεκατομμυριούχος είδε την περιουσία του να αυξάνεται κατά 2 εκατομμύρια δολάρια τη μέρα κατά μέσο όρο. Για τους 10 πλουσιότερους δισεκατομμυριούχους η περιουσία τους αυξήθηκε κατά 100 εκατ. δολάρια τη μέρα κατά μέσο όρο. Η μονοπωλιακή δύναμη κλιμακώνει τον ακραίο πλούτο και την ανισότητα παγκοσμίως.
Οι μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες, αυτές της ενέργειας, όπως και οι τράπεζες έχουν καταργήσει κάθε έννοια του παλιού καπιταλισμού του ανταγωνισμού, στον οποίο ανταποκρινόταν πολιτικά ο παρεξηγημένος «δημοκρατικός καπιταλισμός». Σήμερα αυτοί οι κολοσσοί ελέγχουν απόλυτα τις αγορές. Καμία ελευθερία των αγορών δεν υπάρχει. Ο σημερινός νεοφιλελευθερισμός δεν αγαπά τις ελεύθερες αγορές, την ασυδοσία των καρτέλ αγαπά. Αυτά καθορίζουν τους κανόνες και τους όρους ανταλλαγής με άλλες εταιρείες και καθορίζουν τις τιμές.
Έτσι σήμερα σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, σχεδόν 700 εκατομμύρια άνθρωποι (8,5% του παγκόσμιου πληθυσμού) ζουν σε συνθήκες ακραίας φτώχειας - με λιγότερα από 2,15 δολάρια την ημέρα. Ενώ περίπου 3,5 δισεκατομμύρια άνθρωποι (44% του παγκόσμιου πληθυσμού) παραμένουν φτωχοί με βάση ένα πρότυπο που θέλει το κατώφλι της φτώχειας, για τις χώρες ανώτερου και μεσαίου εισοδήματος, να είναι τα 6,85 δολάρια την ημέρα. Στο μεταξύ, το πλουσιότερο 1% κατέχει σχεδόν το ίδιο ποσοστό - 45% - του συνολικού πλούτου.
Κι όμως σ’ αυτό το περιβάλλον όξυνσης των ανισοτήτων εκτός από τους «Δημοκράτες- Σοσιαλιστές» του Μαμντάνι, τα υπόλοιπα δεξιά και αριστερά κόμματα αντί της προοδευτικής φορολογίας προτείνουν τη μείωση των φόρων που θα κάνει δήθεν «δικαιότερη» τη φορολόγηση ακόμη και του μεγάλου πλούτου. Κάθε αντίθετη φωνή σ’ αυτό το κυρίαρχο δόγμα απαξιώνεται ως αιθεροβατούσα ή ως εμπόδιο στην άνοδο στην εξουσία. επειδή τάχα μου τάχα μου απομακρύνει τα μεσοστρώματα. Σε αυτό το περιβάλλον ο Τομά Πικετί ξαναχτύπησε.
Ένα φάντασμα, είπε, κυκλοφορεί ξανά πάνω από τον κόσμο. Αυτό της φορολογίας του μεγάλου πλούτου. Αυτός πρότεινε τα ενδιαφερόμενα κράτη να ιδρύσουν ένα ταμείο που αρχικά θα χρηματοδοτείται από έναν παγκόσμιο φόρο πλούτου με συντελεστή έως και 20% ετησίως για τους δισεκατομμυριούχους και από έναν φόρο εισοδήματος με οριακό συντελεστή έως και 90% για τους πλουσιότερους. Τι σημαίνει αυτό κατ’ ουσία, όπως και ο φόρος 2% του Ζουκμάν; Καμία ανισότητα δεν μπορεί να μειωθεί, αν δεν μειωθούν τα περιουσιακά χάσματα. Αν δεν υπάρχει μείωση σ’ αυτά τα χάσματα και προσωρινή μείωση των ανισοτήτων να υπάρξει, αυτές πάλι θα αυξηθούν. Οι μεγάλες περιουσίες όμως θεωρούνται ιερή αγελάδα του καπιταλισμού και η μη φορολόγηση τους ιερό δισκοπότηρο. Εξ ου και η ιερή αγανάκτηση κατά των ιερόσυλων που επαναφέρουν τη θέσπιση υποχρεωτικού φόρου και για τις περιουσίες των δισεκατομμυριούχων. Και βεβαίως ισχύει το ερώτημα, αν στη σημερινή παγκόσμια οικονομία μπορούν να ληφθούν τέτοια μέτρα τουλάχιστον σε μια ομάδα χωρών; Αν όμως μείνουμε στη δυσκολία του εγχειρήματος, τίποτα δεν θα αλλάξει.
Αγανακτήστε λένε κάποιοι στους πολίτες. Τολμήστε θα ήταν το πιο σωστό. Να τολμήσουν οι πολίτες, αλλά να τολμήσουν και οι σοσιαλδημοκράτες, ριζοσπάστες αριστεροί και πράσινοι πολιτικοί. Να τολμήσουν και ας χάσουν. Διαφορετικά ποτέ η πολιτική δεν θα αποτελέσει ξανά καταφύγιο των αδύναμων. Ποτέ η πολιτική δεν θα πάψει να είναι θεραπαινίδα της οικονομίας. Έτσι ποτέ η πολιτική δεν θα απομαγευθεί από την οικονομία, όπως έγραφε ο Γούιλιαμ Ντέιβς, καθηγητής στο Κολέγιο Γκόλντσμιθς στο Λονδίνο.[1]
(Ο Γιώργος Σιακαντάρης είναι κοινωνιολόγος, συγγραφέας)






























