Η έμφυλη βία στις ερωτικές σχέσεις σπάνια αρχίζει με ένα χαστούκι. Αρχίζει πολύ νωρίτερα και, συχνά, πολύ πιο αθόρυβα. Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο: δεν πρόκειται απλώς για έναν καβγά που ξέφυγε. Πρόκειται για μια σχέση στην οποία η αγάπη αρχίζει να συγχέεται με την κατοχή και η συντροφικότητα με το δικαίωμα ελέγχου πάνω στον άλλον. Και κάπου εκεί βρίσκεται η επικίνδυνη μετάβαση από το «θέλω να είσαι μαζί μου» στο «αν δεν είσαι μαζί μου, δεν θα είσαι με κανέναν». Κάπου εκεί, οι πατριαρχικές αντιλήψεις ορισμένων ανδρών μπορεί να αφαιρέσουν ζωές.
Τα στοιχεία στην Ελλάδα (ΕΚΚΕ, 2023) δεν επιτρέπουν εφησυχασμό. Περίπου 3 στις 10 γυναίκες δηλώνουν ότι έχουν υποστεί σωματική βία, 2 στις 10 σεξουαλική και 4 στις 10 ψυχολογική. Και αν κοιτάξει κανείς τις γυναίκες κάτω από τα 30, το ποσοστό εκτοξεύεται με 1 στις 2 να αναφέρει κάποιας μορφής έμφυλη βία. Άλλη έρευνα διαπιστώνει ότι περισσότερα από 8 στα 10 κορίτσια ή γυναίκες έχουν βιώσει σεξουαλική παρενόχληση στον δρόμο ή στην εργασία.
Γυναικοκτονία. Ο όρος δεν είναι καινούργιος. Η λέξη femicide καταγράφεται στην Αγγλία ήδη το 1801. Σχεδόν δύο αιώνες αργότερα, το 1976, η Diana Russell της έδωσε τη σύγχρονη έμφυλη διάστασή της: τη δολοφονία μιας γυναίκας επειδή είναι γυναίκα. Και αργότερα, το 1956, στη Λατινική Αμερική, μετά από σοβαρή αύξηση περιστατικών έμφυλης βίας πέρασε στο νομικό σύστημα μέσα από την προσπάθεια να ονομαστούν οι δολοφονίες γυναικών ακριβώς ως αυτό που συχνά είναι: η ακραία κατάληξη της έμφυλης βίας. Και σε πολλές χώρες στη συνέχεια. Παρά τις αντιρρήσεις πολλών, πόση σημασία έχει, άραγε το όνομα; Κι όμως, είναι σημαντικό να τις ονομάζουμε έτσι.
Όχι γιατί αυτό από μόνο του αλλάζει τα πράγματα. Υπάρχουν χώρες με πολύ καλά αποτελέσματα στη μείωση της έμφυλης βίας, χωρίς απαραίτητα να χρησιμοποιούν τον όρο. Αλλά η γλώσσα διαμορφώνει πράγματα και μας βοηθά να βλέπουμε καθαρά το φαινόμενο και το μέγεθός του, ώστε να μπορέσουμε να το αντιμετωπίσουμε.
Οι γυναικοκτονίες δεν συμβαίνουν ξαφνικά. Δεν εμφανίζονται από το πουθενά. Είναι συχνά το τελευταίο σημείο μιας κλιμάκωσης, ενός κύκλου βίας που συναντάμε ξανά και ξανά. Ο κίνδυνος βρίσκεται εντυπωσιακά συχνά μέσα στο οικείο περιβάλλον: στη πλειονότητά τους διαπράττονται από πρώην ή νυν συντρόφους. Ο άνδρας ελέγχει και απομονώνει όλο και περισσότερο τη γυναίκα και ασκεί όλο και περισσότερη έμφυλη βία: ψυχολογική, σωματική, σεξουαλική, οικονομική, διαδικτυακή. Κάποια στιγμή εκείνη αγανακτεί και θέλει να απομακρυνθεί. Συγκρούονται. Εκείνος υπόσχεται τα πάντα. Η γυναίκα θέλει να τον πιστέψει, τον συγχωρεί, περνούν έναν σύντομο «μήνα του μέλιτος» και μετά ξαναρχίζει από την αρχή ο ατέρμονος κύκλος της βίας.
Ανατρέχοντας στο παρελθόν του δράστη, βρίσκει κανείς συχνά περισσότερα περιστατικά έμφυλης βίας, είτε προς την ίδια γυναίκα είτε προς προηγούμενες συντρόφους. Ο άνδρας της Νέας Σμύρνης βρέθηκε να έχει κάνει μακροχρόνιο stalking, αυτή την απειλητική και επικίνδυνη μορφή καταδίωξης, σε προηγούμενη γυναίκα, η οποία ευτυχώς γλίτωσε.
Μπορεί να συμβεί σε οποιαδήποτε γυναίκα. Στη Νέα Σμύρνη, στην Αμφιάλη, στη Βουλιαγμένη. Η έμφυλη βία δεν αποτελεί προνόμιο μιας κοινωνικής τάξης, ενός μορφωτικού επιπέδου ή μιας γειτονιάς. Οι κοινωνικά και οικονομικά ασθενέστερες περιπτώσεις ίσως φτάσουν ευκολότερα στα πρωτοσέλιδα· οι ισχυρότερες και οι πιο μορφωμένες μπορεί να υποφέρουν πιο αθόρυβα, να έχουν δυνατότητα διαφυγής ή πρόσβασης σε υποστήριξη.
Οι γυναικοκτονίες μπορεί να μοιάζουν ξαφνικές. Επιστημονικά όμως, συχνά δεν είναι απρόβλεπτες και δεν συμβαίνουν απλώς «εν βρασμώ ψυχής», αλλά μέσα σε μια λογική δικαιώματος: σύμφωνα με την πατριαρχική αντίληψη ότι ο άνδρας δικαιούται να ελέγχει πλήρως, να εξουσιάζει τη γυναίκα που θέλει.
Όπλο. Μάλλον δεν το μετάνιωσε· σπάνια διαπιστώνεται κάτι τέτοιο. Η αυτοχειρία σε αυτές τις τόσο τεταμένες καταστάσεις φαίνεται να εξηγείται με διαφορετικούς τρόπους. Έρευνα του 2026 στην Αγγλία, ειδικά για τις περιπτώσεις ζευγαριών με αυτή τη διπλή τραγική έκβαση, επιβεβαίωσε ότι η πρόσφατη ή επικείμενη διάλυση μιας σχέσης αποτελεί σημαντικό παράγοντα κινδύνου για μια τέτοια φονική κατάληξη.
Αφενός, πρόκειται για μια κατάσταση κρίσης. Το να σκοτώσεις κάποιον, ο φόνος, είναι μια μετάβαση σε μια κατάσταση απελπισίας, μια κατάσταση τόσο ζωώδη που δεν βρισκόμαστε εκεί ούτε καν όταν γεννιόμαστε. Ο δράστης μπορεί να βιώνει την απώλεια ελέγχου, ταυτότητας και, τελικά, μέλλοντος. Η βιβλιογραφία επισημαίνει ότι οι έντονες συγκρούσεις του χωρισμού συνδέονται με αυτό και, ειδικότερα, η αδυναμία αποδοχής του τέλους της σχέσης, η ζήλια και η ακύρωση της αίσθησης κτήσης.
Αφετέρου, ο φόβος της σύλληψης, η αίσθηση ότι η ζωή έχει καταρρεύσει, η αντίληψη ότι έχασαν ότι είχαν. Και, κατά τρίτον —και κυρίως— τα όπλα. Τα πυροβόλα όπλα διαδραματίζουν δυσανάλογα μεγάλο ρόλο στις καταστάσεις αυτές. Σημαντική αμερικανική μελέτη σε 7.500 άνδρες που αυτοκτόνησαν αφού σκότωσαν τις συντρόφους τους —αναλογιστείτε τον αριθμό— ανέδειξε τη σημασία της ύπαρξης όπλου, καθώς και προβλημάτων ψυχικής υγείας ή χρήσης αλκοόλ από τον δράστη.
Ναι, οι γυναίκες και τα κορίτσια χρειάζονται θεσμική προστασία. Ναι, η Πολιτεία χρειάζεται να κάνει πάρα πολλά πράγματα και, αναμφίβολα, να εφαρμόσει όσα έχει ήδη εξαγγείλει για την αντιμετώπιση των περιστατικών έμφυλης βίας από τις Αρχές.
Όμως, ακόμα και τότε, το θέμα δεν είναι πώς θα εκπαιδεύσουμε το θύμα να μην είναι θύμα, αλλά πώς θα παράγουμε λιγότερους θύτες στην επόμενη γενιά. Πότε θα μάθουμε στα αγόρια ότι η απόρριψη δεν είναι ταπείνωση, ότι ο χωρισμός δεν είναι απώλεια ιδιοκτησίας, ότι η αγάπη δεν δίνει δικαίωμα πάνω στη ζωή του άλλου. Πότε, δηλαδή, η έμφυλη βία θα αρχίσει να σβήνει πριν φτάσει στην πόρτα μιας ακόμη πολυκατοικίας.
Όπως λέμε και στο γραφείο όταν έχουμε καθυστερήσει, το deadline ήταν χθες.
Για αυτή την παρέμβαση, το deadline ήταν πράγματι χθες.
Δρ Αλεξάνδρα Πάλλη
Κλινική ψυχολόγος-Ψυχοθεραπεύτρια
@#alexpalli.psychologist


























