Γεννήθηκα δύο χρόνια παρά δυο μέρες πριν από εκείνη την Τρίτη, 14 Αυγούστου 1956, που ο σημαντικότερος θεατρικός συγγραφέας του 20ου αιώνα και, πιθανότατα, ο μεγαλύτερος ποιητής στη Γερμανική γλώσσα όλων των εποχών πέθανε σε ηλικία 58 ετών από έμφραγμα. Το δικό του θέατρο, το Berliner Ensemble - που του είχαν προσφέρει το 1949 στη νεοϊδρυμένη DDR, ένα χρόνο μετά την εγκατάσταση του στο Βερολίνο (αφού το είχε σκεφτεί καλά, δυο χρόνια προσωρινά εγκατεστημένος στην Ελβετία), πράγμα που του επέτρεπε πια να πειραματίζεται και ως σκηνοθέτης -, είχε μόλις ανοίξει μετά τις καλοκαιρινές διακοπές καλλιτεχνών και τεχνικών. Και οι συνεργάτες του, σ’ ένα Βερολίνο ακόμα μισοάδειο απ’ τους κατοίκους του, ξεκινούσαν και πάλι ολοήμερες πρόβες για τις πρεμιέρες του Σεπτέμβρη κι Οκτώβρη, που ο ίδιος δεν θα ζούσε για να δει. (Το προηγούμενο 24ωρο απ’ τον θάνατο του, αν κι άρρωστος με λοίμωξη του αναπνευστικού και καταπονημένος, είχε συμμετάσχει στην τελευταία πρόβα της ζωής του, αυτή της τρίτης εκδοχής του Βίου του Γαλιλαίου, που σε σκηνοθεσία Μπρεχτ και Έριχ Ένγκελ θα έκανε πρεμιέρα στο Μπερλίνερ Ανσάμπλ ένα εξάμηνο μετά τον θάνατο του συγγραφέα και σκηνοθέτη του, τον Γενάρη του 1957.)
Έξι μόλις μέρες πριν τον θάνατό του είχε ερωτηθεί για το τι έβλεπε (ή θα ήθελε να δει) ως μέλλον για το θέατρο που έκανε και, ταυτόχρονα, για τη μορφή του θεάτρου του μέλλοντος - από το νεαρό βοηθό του, σκηνοθέτη Μάνφρεντ Βέκβερτ, που μια δεκαπενταετία αργότερα θα διαδεχόταν την γυναίκα του Μπρεχτ, Χελένε Βάιγκελ, από τις σημαντικότερες ηθοποιούς του Γερμανικού θεάτρου, στη θέση του Καλλιτεχνικού Διευθυντή του Berliner Ensemble, ενώ θα ήταν ο τελευταίος Πρόεδρος της Ακαδημίας Τεχνών της DDR. Ποια απ’ τα θεατρικά του έργα θεωρούσε ο ίδιος ο Μπρεχτ ως σχεδίασμα για ένα θέατρο του μέλλοντος; Ο Μπρεχτ είχε απαντήσει μονολεκτικά: «Το μέτρο.»
Δεν κατονόμασε έτσι κάποιο από τα «μεγάλα» έργα του του λεγόμενου «επικού» ή «διαλεκτικού» θεάτρου. Αλλά το πιο αμφιλεγόμενο από την ομάδα των σύντομων θεατρικών έργων που ονόμαζε «διδακτικά» (Lehrstücke) καθώς, αμέσως μετά την πρεμιέρα του, με μεγάλη επιτυχία, τον Δεκέμβρη του 1930 στη μεγάλη αίθουσα της Φιλαρμονικής του Βερολίνου φίσκα νέους εργάτες κι εργάτριες (κι αυτό συνέβαινε για πρώτη φορά σε έργο του) κι ενώ παρακρατικές συμμορίες Ναζί διαδήλωναν έξω απ΄ το μουσικό κτιριακό συγκρότημα του Βερολίνου, ξέσπασε σφοδρή πολεμική απ΄ τα δεξιά κι έντονη κριτική από τ’ αριστερά, από στελέχη του ΚΚ Γερμανίας και Αυστρίας, αλλά και της Κομμουνιστικής Διεθνούς, οι περισσότεροι απ’ αυτούς φίλοι του Μπρεχτ και του Άισλερ, που είχε γράψει τη μουσική. Αυτό το ίδιο «διδακτικό θεατρικό έργο», αφού μεταφρασμένο στ’ αγγλικά από το FBI του Χούβερ, αποτέλεσε το κύριο υλικό κατηγορίας ενάντια στον ίδιο και τον Χάνς Άισλερ κατά την (χωριστή) ακρόαση τους στην Επιτροπή Αντιαμερικανικών Ενεργειών του Κογκρέσου των ΗΠΑ το 1947 στην Ουάσινγκτον, είναι το μοναδικό, που ο ίδιος απαγόρευσε το μεταπολεμικό του ανέβασμα… – παρά τις συνεχείς εκκλήσεις σκηνοθετών από διάφορα γνωστά θέατρα της Ευρώπης, που ζητούσαν την άδεια να το ανεβάσουν στην χώρα και στη γλώσσα τους. Αυτή η απαγόρευση άρθηκε από την οικογένεια του πάνω από μισό αιώνα αργότερα, μόλις το 1998, κατά το παγκόσμιο Έτος Μπρεχτ του ΟΗΕ στα 100 χρόνια από τη γέννηση του, μετά από έκκληση διεθνούς συνδιάσκεψης «Μπρεχτολόγων». Την είχαν, ωστόσο, παραβιάσει ήδη Γερμανοί φοιτητές και μαθητές τον Μάη του ’68 ανεβάζοντας το σε δικές τους, σκηνοθετικά, εκδοχές στα υπό κατάληψη σχολεία και πανεπιστημιακά ιδρύματα. Όπως την παραβίασαν, το 1975, και οι Ιταλοί βιομηχανικοί εργάτες της γιγάντιας μεταλλουργίας της Ούμπρια, Τέρνι - ανεβάζοντας Το μέτρο σύμφωνα με τα δικά τους μέτρα, ως πολιτικό σεμινάριο και ζωντανή πολιτική διαδικασία και, ταυτόχρονα, στο πλαίσιο της αυτομόρφωσης τους.
Ο Μπρεχτ ήξερε ότι έπασχε από προχωρημένη στεφανιαία νόσο, καθώς την άνοιξη του 1956 είχε νοσηλευτεί σε νοσοκομείο του Βερολίνου και είχε γράψει τότε, τρεις μήνες πριν το θάνατο του, ένα σύντομο ποίημα γι’ αυτή τη συνειδητοποίηση ενός πρώιμα επερχόμενου θανάτου:
ΣΑΝ ΣΕ ΑΣΠΡΟΒΑΜΜΕΝΟ ΘΑΛΑΜΟ ΑΡΡΩΣΤΩΝ ΤΗΣ «ΣΑΡΙΤΕ»
Σαν σε ασπροβαμμένο θάλαμο άρρωστων της «Σαριτέ»
Ξύπνησα κατά το πρωϊνό
Κι άκουσα το κοτσύφι, κατάλαβα
Καλύτερα. Κιόλας εδώ και αρκετό καιρό
Δεν είχα πια το φόβο του θανάτου. Γιατί τίποτα βέβαια
Να μου λείπει δε μπορεί, απ’ τη στιγμή που
Εγώ ο ίδιος θα λείπω. Τώρα κατάφερα ν’ απολαμβάνω
Και το τραγούδι που θα λέει κάθε κότσυφας μετά από μένα.[1]
Το έμφραγμα επήλθε στο έδαφος μιας καλοκαιρινής ίωσης που είχε εκδηλωθεί το τελευταίο Σαββατοκύριακο της ζωής του και προφανώς ήλπιζε ότι θα περνούσε με λίγη ξεκούραση σπίτι του.
Το σπίτι του Μπρεχτ στο Βερολίνο – τώρα πλέον ενιαίο, αλλά όταν πέθανε ο δημιουργός, πρωτεύουσα της DDR (Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας), μιας χώρας κι ενός κράτους που δεν υπάρχει σήμερα - είναι επισκέψιμο, αλλά με ραντεβού που κλείνεις ατομικά ή για μια ομάδα με ξεναγό κι ανοίγει μόνο γι’ αυτήν την ξενάγηση, με τον πρώτο όροφο αφιερωμένο στον Μπρεχτ και το ισόγειο στην Χελένε Βάιγκελ. Δεν ξέρω αν αυτό ισχύει ακόμα ακριβώς έτσι, πάντως ένα τέταρτο του αιώνα πριν στεκόμουν μόνη μου στη μικρή κρεβατοκάμαρα του, στον πρώτο όροφο του σπιτιού: Το μοναδικό δωμάτιο που η Χελένε Βάιγκελ άφησε ανέγγιχτο, όπως ακριβώς ήταν κατά τη στιγμή του θανάτου του.
(Η ίδια συνέχισε να ζει, μέχρι το θάνατό της, αποκλειστικά στο ισόγειο του σπιτιού, ενώ μετάτρεψε το μεγάλο καθιστικό του πρώτου ορόφου με τις βιβλιοθήκες ολόγυρα σ’ έναν άτυπο χώρο χαρακτηριστικό για τη ζωή του Μπρεχτ, συγκεντρώνοντας εκεί απ’ όλο το σπίτι τα, τελευταία πριν το θάνατο του, «τραπέζια εργασίας», όπου δούλευε ταυτόχρονα διάφορα θεατρικά μαζί με συνεργάτες [ή, μάλλον, συνεργάτριες, άλλες για κάθε έργο] - τραπέζια φορτωμένα το καθένα με τα δικά του υλικά, βιβλιογραφία, μισοτελειωμένα και μισοδιορθωμένα δακτυλόγραφα, παρατημένες γραφομηχανές: Στα έργα του που είχαν εκδοθεί μέχρι το θάνατο του, πλάι στο δικό του όνομα δημοσιεύονταν πάντα και τα ονόματα των συνεργατών του, κατά κανόνα γένους θηλυκού.)
Στη μια πλευρά της κρεβατοκάμαρας, σ’ επαφή με τον τοίχο, βρίσκεται ένα πολύ στενό κρεβάτι, σχεδόν ράντζο - πάνω του πέθανε -, και το μικρό τραπέζι/κομοδίνο πλάϊ του απ’ την «ελεύθερη» πλευρά του, με την τελευταία εφημερίδα που διάβασε, ένα φύλο της Neues Deutschland δυο μέρες παλιότερο απ’ την ημερομηνία θανάτου του. Δίπλα στην εφημερίδα, 3-4 βιβλία, τα τελευταία που διάβαζε ή σκόπευε να διαβάσει ξάπλα στο κρεβάτι, όλα βιβλία στ’ αγγλικά, αμερικάνικα noir αστυνομικά, με πάνω-πάνω, αν θυμάμαι καλά, ένα από τα κλασικά του Raymond Chandler. Στον τοίχο πάνω απ’ το κρεβάτι κρέμεται η παλιά κινέζικη περγαμηνή με τα λόγια του Σοφού, το μοναδικό αντικείμενο που κουβαλούσε μαζί του επί δεκαπέντε χρόνια (1933-1948) από χώρα σε χώρα της αυτοεξορίας του, στην Ευρωπαϊκή Ήπειρο και στη Βορειοαμερικανική, με τα Ναζιστικά στρατεύματα να τον καταδιώκουν - κυριολεκτικά, κάθε φορά, μια ανάσα απόσταση. Και πάνω σ’ ένα τραπεζάκι που δεν υπήρχε εκεί πριν, τοποθετημένο γι΄ αυτόν ακριβώς το λόγο, στο πλαίσιο μιας μακριάς γερμανικής (και όχι μόνο) παράδοσης, η νεκρική του μάσκα-εκμαγείο.
Τα 70 χρόνια από το θάνατο του Μπρεχτ σηματοδοτούν, ωστόσο, και κάτι το εντελώς ξεχωριστό απ’ οποιαδήποτε άλλη επέτειο θανάτου του, μεγάλης σημασίας για όποιους επιχειρούν ή θα ‘θελαν να επιχειρήσουν οι ίδιοι κάτι με το έργο του: Ένα ανέβασμα θεατρικού, μια συναυλία θεατρικών τραγουδιών, μια ποιητική βραδιά, ένα εγχείρημα στο πνεύμα των διδακτικών έργων, αναδρομή στην κινηματογραφική του παραγωγή, ένα αναλόγιο με κάποιο έργο πρόζας του, μια συζήτηση μαζί με ανάγνωση κάποιου από τα θεωρητικά του κείμενα για την τέχνη και την πολιτική – ή απλώς να μεταφράσουν, να δημοσιεύσουν, ν΄ αναδημοσιεύσουν ή να εκδώσουν κάτι απ’ τα παραπάνω. Επειδή από 1η Γενάρη 2027 «ελευθερώνεται» το έργο του: Δεν υπάρχουν πια πνευματικά δικαιώματα να πληρωθούν ή άδεια που να χρειάζεται να δοθεί από τους κληρονόμους του ή απ’ το εκδοτικό της Φρανκφούρτης που ήδη από την εποχή της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης είχε όλα τα εκδοτικά δικαιώματα του Μπρεχτικού έργου… Όχι μόνο ο καλλιτέχνης, αλλά κι ο ίδιος ο θεατής μπορεί πλέον να γίνει παραγωγός με την κυριολεκτική έννοια του όρου.
Τα 70χρονα σηματοδοτούν, επίσης, και κάτι πιο προσωπικό για μένα: Την ώρα να κλείσω, στα 72 μου, μια σχέση πολύ στενή, πολύ προσωπική μαζί του, που ξεκίνησε στα εφτά μου και συνεχίστηκε με μεγάλο πάθος και πολλή σκέψη, ασυνέχειες και άλματα, με χρόνια που δεν με απασχόλησε καθόλου και με χρόνια που με απασχολούσε σχεδόν αποκλειστικά. Με ταξίδια σε βιβλιοθήκες και αρχεία, σε θεατρικές παραστάσεις και σε βιβλιοπωλεία, σε ημερίδες και συνδιασκέψεις στο Βερολίνο και το Άουγκσμπουργκ, στο Ντεσάου και τη Λειψία, στο Λονδίνο και τη Λεμεσό. Ανεβάζοντας η ίδια, μαζί μ΄ εξαιρετικούς συνεργάτες και συνεργάτριες, σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας και Δήμους της Αττικής, παραστάσεις «λόγου και μουσικής» - κάτι σαν «μουσικές διαλέξεις» για τον ίδιο, τους συνθέτες του και το κοινό τους έργο, με την Γερμανική ιστορία ως κοινό τους πεπρωμένο και παρονομαστή. [NV1] Αλλά και μ΄ άλλα ταξίδια, απ’ αυτά που δεν κουνάς απ’ την καρέκλα, αλλά σε αναγκάζουν να κάνεις μια ή περισσότερες στάσεις αναστοχαστικές.
Απ’ τα υλικά αυτού, του δικού μου ταξιδιού ζωής παρέα με τον Μπρεχτ, μ’ άλλα λόγια, απ’ τις δικές μου εμμονές μαζί του - κι όχι εξυπηρετώντας λόγους «εισαγωγής στο έργο» του -, γράφτηκε ο πρόλογος στην αναδρομική έκδοση με τα καλύτερα κείμενα που έχω γράψει για τη Μπρεχτική δημιουργία στη ζωή μου, που κυκλοφόρησε φέτος με πρωτοβουλία του εκδότη για τα 70χρονα απ’ τον θάνατο του Μπρεχτ, απ’ τις Εκδόσεις Ταξιδευτής. Τίτλος: Μπέρτολτ Μπρεχτ – Ο θεατής ως παραγωγός.
Απ’ αυτό το βιβλίο προέρχεται και το κείμενο που ακολουθεί, μια ανακοίνωση μου για τον Μπρεχτ στο 12ο Συμπόσιο της Διεθνούς Ένωσης για τον Μπρεχτ (International Brecht Society / ΙΒS) με θέμα «Ο Μπρεχτ κι ο θάνατος», που έγινε στο Άουγκσμπουργκ τον Ιούλη του 2006, στα 50χρονα απ’ τον θάνατο του: Ο δικός μου φόρος τιμής στον μοναδικό, απ’ όλους τους δημιουργούς που αγάπησα κι εμπνεύστηκα, που με συντρόφεψε αδιάλειπτα σε όλη μου τη ζωή.


























