Για δεκαετίες το άρθρο 16 του Συντάγματος λειτουργούσε ως το σημείο όπου η ελληνική Αριστερά έχτιζε μέρος της ταυτότητάς της. Η αντίθεση στην ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημίων δεν ήταν απλώς μια θέση πολιτικής, ήταν σχεδόν ιδεολογικό σύμβολο. Όποιος αμφισβητούσε το απόλυτο κρατικό μονοπώλιο στην ανώτατη εκπαίδευση θεωρούνταν ότι υπονομεύει κάτι θεμελιώδες.
Το πρόβλημα είναι πως αυτή η αντιπαράθεση, όσο κρατούσε, απορροφούσε ενέργεια και πολιτικό κεφάλαιο που θα μπορούσαν να διοχετευτούν αλλού. Δεν θα είναι υπερβολή να πει κανείς πως ήταν ότι το Μακεδονικό για την Δεξια. Ένα ζήτημα που κινητοποιούσε συναισθηματικά, δημιουργούσε ταυτότητες και αντιθέσεις, αλλά τελικά απέκλινε από τα πραγματικά προβλήματα της κοινωνίας.
Η ανακοίνωση της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης πως δεν πρόκειται να ανατρέψει το καθεστώς λειτουργίας μη κρατικών πανεπιστημίων στην Ελλάδα σηματοδοτεί κάτι περισσότερο από μια απλή πολιτική τοποθέτηση. Είναι το επίσημο τέλος ενός πολέμου και μάλιστα μονομερές. Και είναι μια στάση ώριμη, γιατί αναγνωρίζει πως η επαναφορά στο προηγούμενο καθεστώς δεν θα πρόσφερε τίποτα ουσιαστικό, θα δημιουργούσε όμως αναστάτωση σε φοιτητές, ιδρύματα και επενδύσεις που έχουν ήδη γίνει. Η πολιτική ωριμότητα δεν μετριέται πάντα από το πόσο σθεναρά υπερασπίζεται κανείς μια αρχική θέση, αλλά από το πόσο έγκαιρα αναγνωρίζει πότε μια μάχη έχει πάψει να έχει νόημα. Το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω.
Αυτό δεν σημαίνει πως το ζήτημα της παιδείας παύει να απασχολεί την Αριστερά. Σημαίνει πως η συζήτηση μπορεί επιτέλους να μετατοπιστεί από το συμβολικό στο ουσιαστικό. Από το ποιος έχει δικαίωμα να ιδρύσει πανεπιστήμιο, σε ζητήματα όπως η ποιότητα της δημόσιας εκπαίδευσης, η χρηματοδότηση της έρευνας και οι πραγματικές ευκαιρίες που έχουν οι απόφοιτοι στην αγορά εργασίας.
Το πιο σημαντικό όμως είναι αυτό που ελευθερώνεται πολιτικά. Μια Αριστερά που δεν χρειάζεται πια να επενδύει πολιτικό κεφάλαιο σε μια μάχη που έχει ήδη χαθεί, μπορεί να στραφεί σε ζητήματα που αγγίζουν άμεσα την καθημερινότητα των πολλών. Η παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας παραμένει χαμηλή σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, και οι αμοιβές της εργασίας ακολουθούν αντίστοιχα χαμηλή πορεία. Αυτά είναι τα ζητήματα που καθορίζουν πραγματικά το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων, όχι το ποιος διδάσκει σε ένα ιδιωτικό πανεπιστήμιο.
Μια Αριστερά με σαφή εστίαση θα μπορούσε να θέσει στο κέντρο της ατζέντας της συγκεκριμένα ζητήματα, όπως η ενίσχυση της συλλογικής διαπραγμάτευσης, η αύξηση του κατώτατου μισθού με τρόπο συμβατό με τη διατήρηση θέσεων εργασίας, και επενδύσεις σε τομείς με υψηλή προστιθέμενη αξία που θα μπορούσαν πραγματικά να ανεβάσουν την παραγωγικότητα. Αυτά είναι πεδία όπου η διαφοροποίηση από τη σημερινή κυβερνητική πολιτική είναι εφικτή και μετρήσιμη, σε αντίθεση με μια συμβολική μάχη γύρω από το άρθρο 16 που δεν είχε πλέον ρεαλιστική προοπτική νίκης.
Η ιστορία δείχνει πως οι πολιτικοί χώροι που καταφέρνουν να αφήσουν πίσω τους παρωχημένες αντιπαραθέσεις είναι αυτοί που τελικά ανανεώνονται και παραμένουν σχετικοί. Η στάση της ΕΛ.Α.Σ. στο ζήτημα των μη κρατικών πανεπιστημίων δεν πρέπει να διαβαστεί ως υποχώρηση, αλλά ως απελευθέρωση. Απελευθέρωση από ένα ζήτημα που είχε γίνει βάρος, προς όφελος μιας ατζέντας που μπορεί πραγματικά να βελτιώσει τη ζωή όσων εργάζονται σε αυτή τη χώρα.
Ο ιστορικός συμβιβασμός γύρω από το άρθρο 16 δεν κλείνει έναν κύκλο ιδεολογικής ήττας. Κλείνει έναν κύκλο άσκοπης φθοράς. Και ανοίγει, ίσως, έναν άλλο, πιο παραγωγικό για την ίδια την Αριστερά.
(Ο Χρήστος Ν. Πετράκος είναι Δικηγόρος)
























