Δημοσιογραφικές πληροφορίες από έγκυρα δημοσιογραφικά Μέσα, που περιλαμβάνουν και την κρατική τηλεόραση της Τουρκίας, απoκάλυψαν ότι η κυβέρνηση προετοιμάζει νομοσχέδιο που θα θεσμοποιεί τη «Γαλάζια Πατρίδα» ή τουλάχιστον κάτι που θα είναι πολύ κοντά σε αυτήν, και θα επιλύει το ζήτημα των «γκρίζων ζωνών» της Ελλάδας. Γι’ αυτό το δεύτερο δεν κατανοώ πώς μπορεί να το επιλύσει με νόμο, εκτός, βέβαια, από το ενδεχόμενο να θελήσει να υπαγάγει όλες τις «γκρίζες ζώνες» στην τουρκική κυριαρχία. Κάτι που θα είναι ακραία πρόκληση, και απαιτεί άμεση αντίδραση από την ελληνική πολιτεία.
Η εσωτερική νομοθέτηση μιας ευρείας ζώνης θαλάσσιας δικαιοδοσίας θα μπορούσε να είναι νόμιμη στο διεθνές δίκαιο, αν το Αιγαίο και η Ανατολική Μεσόγειος αποτελούσαν ανοιχτές θάλασσες, ωκεάνιου μεγέθους, που δεν είχαν απέναντι στις τουρκικές ακτές, ακτές τρίτων κρατών, ηπειρωτικές και νησιωτικές, σε μια ημίκλειστη θάλασσα που δεν επιτρέπει την πλήρη άσκηση των θαλάσσιων δικαιωμάτων. Αλλά δυστυχώς για την Τουρκία η χώρα αυτή έχει να αντιμετωπίσει αυτό το πρόβλημα, καθώς τόσο στο Αιγαίο όσο και στην Ανατολική Μεσόγειο οι εκτάσεις που μπορεί νόμιμα να διεκδικήσει είναι αυτές που προσδιορίζονται από την ύπαρξη τρίτων κρατών στην περιοχή. Και μάλιστα για να μπορέσει νόμιμα να αποκτήσει δικαιώματα σε αυτές, πρέπει να το πράξει με συμφωνία με τα αντικείμενα κράτη, στο μεν Αιγαίο με την Ελλάδα, η οποία διαθέτει τεράστιο εύρος ακτών, στη δε Ανατολική Μεσόγειο με την Ελλάδα, την Κύπρο, την Αίγυπτο και τη Συρία.
Τα άρθρα 74 και 83 της Σύμβασης του Δικαίου της Θάλασσας προσδιορίζουν με ακρίβεια, και πέρα από οποιαδήποτε ερμηνευτική αμφισβήτηση, την ανάγκη ύπαρξης προηγούμενης συμφωνίας για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης, η οποία θα δίνει δικαιώματα σε ένα κράτος πάνω σε αυτές. Επειδή δε η Τουρκία δεν έχει υπογράψει και επικυρώσει τη Σύμβαση αυτή, διέπεται από το εθιμικό δίκαιο, που έχει η ίδια αυτή η Σύμβαση επιβάλλει στα μη συμβαλλόμενα μέρη της. Κάτι που έχει επιβεβαιώσει επανειλημμένα το Διεθνές Δικαστήριο Δικαιοσύνης με τη συνεπή νομολογία του.
Κατά συνέπεια, ενέργειες νομοθέτησης της Τουρκίας με εσωτερικό νόμο δεν αποδίδουν δικαιώματα, παρά μόνον διεκδικήσεις, οι οποίες μπορεί να αποδειχθούν έωλες όταν υπάρξει συμφωνία με τα ενδιαφερόμενα κράτη. Ή όταν, η καλύτερη λύση, μια προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο Δικαιοσύνης αποδείξει πόσο επιπόλαια στάση αποτελούσε αυτή η πρόωρη νομοθέτηση. Εάν, βέβαια, πραγματοποιηθεί.
Ποιοι λόγοι ώθησαν τον Ερντογάν σε αυτή την ενέργεια; Μα προφανώς η αντιπολίτευση με τις εθνικιστικές κορώνες της και ο σύμμαχός του Μπαχτσελί, ο οποίος είναι ένθερμος υπερασπιστής κάθε ανθελληνικής ενέργειας. Και, βεβαίως, ορισμένες ελληνικές ενέργειες, όπως η δημοσιοποίηση του Ελληνικού Θαλάσσιου Χωροταξικού Σχεδιασμού και οι απόλυτα νόμιμες ενέργειες ερευνών στον βυθό του Αιγαίου, που φαίνεται πως συνεχίζονται, παρά τις τουρκικές οχλήσεις από πολεμικά πλοία. Ιδιαίτερα δε σε μια περίοδο διεθνούς αναταραχής και αρρυθμίας των διεθνών σχέσεων, που φαίνεται να έχουν θέσει σε αμφισβήτηση το διεθνές δίκαιο, υπέρ του δικαίου της ισχύος, μια τέτοια ενέργεια φαντάζει ευπροσάρμοστη προς το γενικό περιβάλλον.
Πάντως, ένας τέτοιος εσωτερικός νόμος δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο έγκυρης επίκλησης ενώπιον ενός διεθνούς δικαιοδοτικού οργάνου, ούτε να χρησιμοποιηθεί ως αποδεικτικό μέσο ύπαρξης κάποιου δικαιώματος. Το Δικαστήριο, αν κάποτε υπάρξει συμφωνία ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία για προσφυγή σε αυτό, θα υπολογίσει το περιεχόμενο του νόμου ως απλή διεκδίκηση και θα ακολουθήσει τη νομολογία του, χωρίς να δώσει βαρύτητα στις υπερφίαλες αξιώσεις της γείτονος, έτσι όπως εκφράζονται στο υπό προετοιμασία νομοσχέδιο.
Ποια είναι, λοιπόν, η αξία του νομοσχεδίου αυτού; Αυτή θα αποδειχθεί μόνον αν η Τουρκία επιχειρήσει να το εφαρμόσει στο πεδίο. Αν δηλαδή προσπαθήσει να παρεμποδίσει νόμιμες ενέργειες της Ελλάδας στις ανοιχτές θάλασσες του Αιγαίου ή της Ανατολικής Μεσογείου, όπως λ.χ. αλιεία από ελληνικά αλιευτικά σκάφη, με την επίκληση δικαιοδοσίας της Τουρκίας, στη βάση του εσωτερικού νόμου. Με το δεδομένο ότι με βάση αυτά που ισχύουν σήμερα η περιοχή που καλύπτει το νομοσχέδιο είναι ανοιχτή θάλασσα, άρα ισχύει πάνω σε αυτήν η ελευθερία των θαλασσών, είναι πολύ πιθανόν ελληνικά αλιευτικά να προσπαθήσουν να αλιεύσουν στις θάλασσες αυτές. Αφού η ελευθερία των θαλασσών επιτρέπει και την ελεύθερη αλιεία. Αλλά με τον εσωτερικό νόμο τα τμήματα της ανοιχτής θάλασσας μετατρέπονται σε ελεγχόμενες θαλάσσιες ζώνες, όπου σύμφωνα με τους κανόνες της ΑΟΖ η αλιεία περιέρχεται στην αποκλειστική δικαιοδοσία του παράκτιου κράτους, και η Τουρκία έχει το δικαίωμα να παρεμποδίσει τη διεθνή αλιεία. Αυτή την ερμηνεία δίνει η γειτονική μας χώρα στον νόμο που πρόκειται να εκδώσει. Και τότε η πρόκληση επεισοδίου ανάμεσα στις δύο χώρες δεν πρέπει να αποκλεισθεί. Παρά το γεγονός ότι η Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας είναι υπέρ της ειρηνικής διευθέτησης των διαφορών, κάτι τέτοιο δεν μπορεί να αποκλειστεί.
Επανερχόμαστε, όμως, σε ένα κρίσιμο θέμα που φαίνεται ότι ρυθμίζει το υπό προετοιμασία νομοσχέδιο: κι αυτό δεν είναι άλλο από τις φήμες που κυκλοφορούν για ένταξη στο κείμενό του του ζητήματος των «γκρίζων ζωνών». Εάν η Τουρκία επιχειρήσει να θίξει αυτό το θέμα, ο μόνος τρόπος να το πετύχει είναι με το να μετατρέψει τα νησιά από αμφισβητούμενης, κατ’ αυτήν, κυριαρχίας, σε νησιά που της ανήκουν. Και, βεβαίως, μια τέτοια ενέργεια δεν είναι δυνατόν να επηρεάσει την ελληνική κυριαρχία, η οποία κατοχυρώνεται από διεθνείς συμβάσεις, αλλά θα αποτελέσει σοβαρό πλήγμα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Είναι μεν μια ενέργεια άκυρη και ανυπόστατη από πλευράς διεθνούς δικαίου, αλλά με σοβαρές πολιτικές επιπτώσεις. Γιατί, τουλάχιστον έως τις ημέρες μας, η Τουρκία αμφισβητούσε την κυριαρχία ορισμένων ελληνικών νησιών, αλλά δεν είχε εκφράσει ανοιχτά την κυριότητά τους από αυτήν. Αν και εμμέσως, με βάση την αρχή ότι το διεθνές δίκαιο δεν δέχεται ότι υπάρχουν εδάφη στο καθεστώς του res nullius, υπαινισσόταν τη δική της κυριαρχία σε αυτά.
Τέλος, η ελληνική κυβέρνηση θα πρέπει να προβεί στις ανάλογες διαμαρτυρίες, με την παρουσίαση του νομοσχεδίου στην τουρκική εθνοσυνέλευση, προς τον ΟΗΕ και την Ευρωπαϊκή Ενωση. Κάτι τέτοιες ενέργειες αποτελούν αιτίες σοβαρής ρήξης και διακινδύνευσης των ειρηνικών σχέσεων και, βέβαια, η Ελλάδα δεν μπορεί να το προσπεράσει χωρίς αντίρρηση. Ιδιαίτερα όταν έρχεται σε μια περίοδο «ήρεμων νερών» και της σχετικά πρόσφατης Διακήρυξης των Αθηνών.
(Ο Χρήστος Ροζάκης είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών- Το άρθρο αποτελεί αναδημοσίευση από την εφημερίδα «Η Καθημερινή» της Κυριακής)































