Η προσπάθεια σύγκλισης της Ελλάδος με τον μέσο όρο των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) σε βασικές οικονομικές μεταβλητές (κατά κεφαλήν εισόδημα, επενδύσεις, παραγωγικότητα κ.λπ.) αποτελεί πολύ συχνά αντικείμενο συζήτησης στον δημόσιο διάλογο. Όπως προκύπτει από τη συζήτηση και τα διαθέσιμα στοιχεία, η σύγκλιση αυτή είναι αργή και μάλλον δύσκολη. Επιπλέον, τα τελευταία έτη καταγράφονται και ορισμένες σημαντικές αποκλίσεις της χώρας μας από τον μέσο όρο των χωρών της ΕΕ. Οι κοινωνικές δαπάνες αποτελούν ένα τέτοιο χαρακτηριστικό παράδειγμα, με βάση τα στοιχεία της Eurostat που παρουσιάζονται στη συνέχεια.
Πράγματι, όπως προκύπτει από τα στατιστικά στοιχεία των κοινωνικών δαπανών που καταγράφονται με κοινή μεθοδολογία για όλες τις χώρες της ΕΕ από το Ευρωπαϊκό Σύστημα Ολοκληρωμένων Στατιστικών Κοινωνικής Προστασίας (European System of Integrated Social Protection Statistics – ESSPROS), το σύνολο των κοινωνικών δαπανών (ως ποσοστό του ΑΕΠ) στην Ελλάδα μέχρι την υγειονομική κρίση του 2020 διατηρούσε μία σταθερή σχεδόν απόσταση, 1-2 ποσοστιαίων μονάδων από τον μέσο όρο των χωρών της ΕΕ (Ελλάδα: 25%-26%, ΕΕ: 26%-27%, βλ. Διάγραμμα).
Μάλιστα, οι δαπάνες κοινωνικής προστασίας αυξήθηκαν κατά 3 περίπου ποσοστιαίες μονάδες το 2020 τόσο στην Ελλάδα (28,7%) όσο και στον μέσο όρο των χωρών της ΕΕ (30,1%), καθώς το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν των χωρών της ΕΕ (ο παρονομαστής του κλάσματος κοινωνικές δαπάνες προς ΑΕΠ) μειώθηκε σημαντικά λόγω των περιορισμών στην παραγωγική δραστηριότητα. Η διαταραχή αυτή εξαιτίας της πανδημίας αποκαταστάθηκε τα επόμενα δύο χρόνια.
Ωστόσο, μετά το 2020 το ποσοστό των δαπανών κοινωνικής προστασίας στην Ελλάδα αποκλίνει σταθερά από τον μέσο όρο των χωρών της ΕΕ, καθώς μειώνεται συνεχώς, φθάνοντας σε ιστορικά χαμηλό ποσοστό το 2024, 22,8%, έναντι 27,3% στην ΕΕ.
Την περίοδο 2020-2024 η αύξηση των δαπανών κοινωνικής προστασίας (κατά 12,1% σε ονομαστικούς όρους) δεν ακολούθησε την αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ στην Ελλάδα (κατά 41,3%), ενώ την ίδια περίοδο ο πληθωρισμός (Δείκτης Τιμών Καταναλωτή) αυξήθηκε κατά 17,5%. Ως αποτέλεσμα, την περίοδο 2020-2024 το ποσοστό των κοινωνικών δαπανών στην Ελλάδα μειώθηκε κατά 5,9 ποσοστιαίες μονάδες (από 28,7% το 2020 σε 22,8% το 2024), διευρύνοντας σημαντικά την απόστασή του από τον μέσο όρο των χωρών της ΕΕ. Η υστέρηση αυτή της χώρας μας, σε όρους δαπανών κοινωνικής προστασίας (ως % του ΑΕΠ), φαίνεται μάλιστα να εντείνεται όλο και περισσότερο τα τελευταία έτη (βλ. Διάγραμμα).
Πηγή: Eurostat, στοιχεία ESSPROS
Οι δαπάνες κοινωνικής προστασίας στις χώρες της ΕΕ αναλύονται σε 8 βασικές λειτουργίες (συντάξεις γήρατος, ασθένεια, συντάξεις χηρείας, αναπηρία, ανεργία, στέγαση, οικογένεια/τέκνα, κοινωνικός αποκλεισμός), με βάση το ενιαίο μεθοδολογικό πλαίσιο και τα κοινά πρότυπα του συστήματος ESSPROS. Από την ανάλυση των στοιχείων αυτών ανά λειτουργία προκύπτει ότι το σύστημα κοινωνικής προστασίας στην Ελλάδα, αλλά και στις άλλες χώρες του ευρωπαϊκού νότου, είναι κυρίως προσανατολισμένο στις συντάξεις.
Πιο αναλυτικά για την Ελλάδα, οι συνταξιοδοτικές δαπάνες (παροχές γήρατος και χηρείας) αποτελούσαν το 62,3% των συνολικών δαπανών κοινωνικής προστασίας το 2024 (έναντι 47,0% για τις χώρες της ΕΕ ως σύνολο). Ακολουθούν οι δαπάνες για παροχές ασθένειας, που αποτελούν το 23,4%, ενώ για το σύνολο των υπόλοιπων κοινωνικών δαπανών για την οικογένεια και τα παιδιά, την ανεργία, την αναπηρία, τη στέγαση και τον κοινωνικό αποκλεισμό διατίθεται μόλις το 14,3% των δαπανών κοινωνικής προστασίας στη χώρα μας.
Με άλλα λόγια, η μη συνταξιοδοτική δαπάνη κοινωνικής προστασίας στην Ελλάδα είναι μικρή και με λιγότερο αποτελεσματική στόχευση. Ως αποτέλεσμα, καταφέρνει να μειώσει τον κίνδυνο φτώχειας στην Ελλάδα μόλις κατά 3,9 ποσοστιαίες μονάδες, έναντι 8,4 στην ΕΕ. Η ενίσχυση αυτών των δαπανών και η βελτίωση της διοικητικής αποτελεσματικότητας για τον εντοπισμό των οικονομικά ασθενέστερων νοικοκυριών που πραγματικά έχουν μεγαλύτερη ανάγκη, αξιοποιώντας νέα ποσοτικά και ποιοτικά κριτήρια που να ανταποκρίνονται στις σύγχρονες απαιτήσεις, πρέπει να τεθεί στο επίκεντρο της κοινωνικής πολιτικής στη χώρα μας.
Επισημαίνεται ακόμα ότι οι κοινωνικές πολιτικές που εφαρμόστηκαν τα τελευταία χρόνια, και κυρίως κατά την περίοδο των μνημονίων, φαίνεται να ήταν μεν πιο αποτελεσματικές στο να περιορίζουν τον κίνδυνο φτώχειας των ηλικιωμένων, αλλά λιγότερο αποτελεσματικές δε για άλλες κοινωνικά ευπαθείς ομάδες και κυρίως τους νέους, τις οικογένειες με παιδιά και τους ανέργους.
Πράγματι, ο κίνδυνος φτώχειας για την ομάδα των συνταξιούχων το 2024 έχει περιοριστεί σε 13,6%, με βάση τα αποτελέσματα της πιο πρόσφατης Έρευνας Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών (EU-SILC) της ΕΛΣΤΑΤ, έναντι 22,4% για την ομάδα των παιδιών (έως 17 ετών) και 49,2% για την ομάδα των ανέργων.
Ο κίνδυνος φτώχειας στις νεότερες ηλικιακές ομάδες επηρεάζει αρνητικά τις γεννήσεις αλλά και τις συνθήκες διαβίωσης των παιδιών και με τον τρόπο αυτό δημιουργεί σοβαρές προκλήσεις ως προς τις δημογραφικές εξελίξεις, το ασφαλιστικό σύστημα, αλλά και τον μακροχρόνιο ρυθμό μεγέθυνσης της οικονομίας. Έτσι, ο επαναπροσδιορισμός της κοινωνικής πολιτικής, με μεγαλύτερη έμφαση στη στήριξη των νέων, των νέων ζευγαριών με παιδιά, των ανέργων και άλλων ευάλωτων πληθυσμιακών ομάδων, καθίσταται ολοένα και πιο επιτακτικός για τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής.
Συνοψίζοντας: Η σύγκλιση της χώρας μας με την ΕΕ δεν μπορεί να εξαντλείται επιλεκτικά σε ορισμένους μακροοικονομικούς δείκτες. Προϋποθέτει επίσης ένα ισχυρό, αποτελεσματικό και κοινωνικά δίκαιο σύστημα κοινωνικής προστασίας, το οποίο, μέσω συντονισμένης στρατηγικής κοινωνικών δαπανών και κοινωνικών επενδύσεων (παιδεία, υγεία, πολιτισμός κ.λπ.) θα παρέχει ουσιαστική στήριξη σε όσους πλήττονται περισσότερο και θα επενδύει στο ανθρώπινο κεφάλαιο.
(Ο Θεόδωρος Μ. Μητράκος είναι Οικονομολόγος, πρώην Υποδιοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος -Το άρθρο αποτελεί αναδημοσίευση από το Κ-Report)
























