Με την χρονική απόσταση από την ολοκλήρωση του συνεδρίου του ΠΑ.ΣΟ.Κ, μπορούμε πλέον να αξιολογήσουμε την επίδραση που θα έχει αυτό τόσο στους όρους λειτουργίας του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης όσο όμως και στην ευρύτερη κοινωνία. Κάθε συνέδριο οποιουδήποτε κόμματος αφορά πρωτίστως τα μέλη, τους φίλους και τους ψηφοφόρους του – αυτός είναι σταθερός κανόνας. Τα συνέδρια που αφήνουν όμως αποτύπωμα είναι εκείνα που είτε κινητοποιούν το δημόσιο ενδιαφέρον με ιδέες που αγγίζουν την καθημερινότητα, είτε παράγουν μια νέα, πειστική πρόταση εξουσίας. Δηλαδή, όταν ο πολίτης που δεν είναι κομματικό μέλος νιώθει ότι «εκεί κάτι συμβαίνει που με αφορά».
Το πρόσφατο συνέδριο του ΠΑΣΟΚ δεν κατάφερε τίποτα από τα δύο. Δεν έγινε αντικείμενο ουσιαστικής κοινωνικής συζήτησης. Δεν παρήγαγε πολιτικό περιεχόμενο που να δημιουργεί δυναμική. Δεν έδειξε ότι μπορεί να μετασχηματιστεί σε έναν φορέα πλειοψηφικής επιρροής. Και αυτό δεν είναι μια αφηρημένη εκτίμηση αλλά συνδέεται άμεσα με το γεγονός ότι το ίδιο το κόμμα δεν εμφανίζεται «αυθεντικά ανταγωνιστικό» απέναντι στη Νέα Δημοκρατία και δεν πείθει ότι μπορεί να διεκδικήσει την πρωτιά. Γιατί το ερώτημα, τελικά, δεν είναι αν το ΠΑΣΟΚ μπορεί να βελτιώσει τη θέση του αλλά αν μπορεί να ξαναγίνει φορέας μιας πλειοψηφικής κοινωνικής έκφρασης.
Γεννάται όμως και ένα επιπλέον ζήτημα που αφορά το πολιτικό προσωπικό του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και το προβεβλημένα του στελέχη. Αν πράγματι μέσα στο ΠΑΣΟΚ υπάρχει συνείδηση της ασθενικής δυναμικής –και υπάρχει– γιατί δεν ειπώθηκε τίποτα στο συνέδριο; Γιατί δεν αμφισβητήθηκε η στρατηγική; Γιατί δεν κατατέθηκε μια εναλλακτική πορεία; Η σιωπή σε τέτοιες στιγμές δεν είναι ουδετερότητα, ούτε ενωτική προωθητική στάση. Είναι συναίνεση, αποδοχή και άρα και συνευθύνη για την πορεία του κόμματος. Όσοι συμμετείχαν, αποδέχθηκαν στην πράξη τη γραμμή, τις επιλογές και την αρχιτεκτονική του κόμματος. Αυτό σημαίνει ότι, από εδώ και πέρα, η εκ των υστέρων κριτική χάνει την πολιτική της ισχύ. Δεν μπορείς να μην μιλάς όταν πρέπει και να διεκδικείς ρόλο μετά.
Το πιο ανησυχητικό, πέρα και πάνω από ηγεσίες, στελέχη και πρόσωπα, είναι ότι το κόμμα δείχνει να μην αντέχει τη συζήτηση που χρειάζεται. Αν δεν την αντέχει η ηγεσία ή δεν την αντέχουν εκείνοι που αντιλαμβάνονται την αναγκαιότητα της συζήτησης αλλά δεν τολμούν, μικρή σημασία έχει. Αν η ηγεσία έχει στόχο την αναπαραγωγή της και οι υπόλοιποι την αναμονή μιας ακόμη εσωκομματικής αναμέτρησης μετά από μία ακόμη ήττα, είναι ασφαλές να μιλήσει κανείς για αυτοαναφορικότητα και αποκοπή από την κοινωνική και πολιτική ανάγκη.
Την ίδια στιγμή, η Νέα Δημοκρατία –παρά τη φθορά, τα σκάνδαλα, τις ανισότητες και τις χαμένες ευκαιρίες– διατηρεί δημοσκοπικό προβάδισμα. Όχι γιατί πείθει απόλυτα αλλά γιατί δεν υπάρχει απέναντι μια συγκροτημένη, πειστική, εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης. Αυτό το κενό είναι που της επιτρέπει να εμφανίζεται εκ νέου ως δυνητικά κυρίαρχη δύναμη που διεκδικεί με σοβαρές προοπτικές μια τρίτη διαδοχική νίκη σε εθνικές εκλογές. Η δημοσκοπική αντοχή της Νέας Δημοκρατίας δεν εξηγείται μόνο από τη δική της ισχύ. Εξηγείται κυρίως από την αδυναμία διαμόρφωσης μιας πειστικής εναλλακτικής πρότασης διακυβέρνησης.
Η πολιτική δεν συγχωρεί τα κενά, ούτε δικαιολογεί την ατολμία. Η ελπίδα, αν υπάρχει, μάλλον δεν βρίσκεται στα συνέδρια - βρίσκεται στη βάση. Σε αυτό που συμβατικά περιγράφουμε ως «λαό της δημοκρατικής παράταξης» – μια κοινωνική δύναμη που συχνά βρίσκεται πιο μπροστά από τα κόμματα που υποτίθεται ότι την εκφράζουν. Αυτή η κοινωνική δύναμη αργά η γρήγορα θα βρει την κοίτη ή θα την δημιουργήσει.






























