Σε μια περίοδο κατά την οποία η ενεργειακή, οικονομική και γεωπολιτική αβεβαιότητα κυριαρχεί στον κόσμο, οι εξορύξεις υδρογονανθράκων προβάλλονται από την Κυβέρνηση ως μια «ρεαλιστική λύση» για την οικονομική ανάπτυξη και την ενεργειακή αναβάθμιση της χώρας. Ωστόσο, πίσω από αυτά τα κυρίαρχα αφηγήματα στη δημόσια σφαίρα, αναδεικνύονται κρίσιμες αντιφάσεις, ατεκμηρίωτες γενικεύσεις ενώ ελλοχεύουν σοβαροί κίνδυνοι. Είναι αναγκαία η τεκμηριωμένη αποδόμηση των επιχειρημάτων που προβάλλονται υπέρ των εξορύξεων. Αυτό δεν αποτελεί μια ιδεολογική άσκηση, αλλά μια ουσιαστική δημοκρατική αναγκαιότητα ώστε να κατατεθούν προτάσεις με οικολογικό πρόσημο για μια εναλλακτική, προοδευτική ενεργειακή στρατηγική για την πατρίδα μας.
- Πρώτον, στο γεωπολιτικό επίπεδο, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι οι εξορύξεις ενισχύουν την εθνική κυριαρχία, την ασφάλεια και τη γεωπολιτική ισχύ. Στην πραγματικότητα, όμως, η κυριαρχία δεν ασκείται με την εκχώρηση φυσικών πόρων σε πολυεθνικές εταιρείες, αλλά με θεσμική ισχύ, διεθνή παρουσία και αξιοποίηση του διεθνούς δικαίου. Η μετατροπή της χώρας σε «οικόπεδο» ενεργειακών συμφερόντων ενέχει κινδύνους εξάρτησης αντί ενίσχυσης. Αντίθετα, μια στρατηγική που επενδύει στη μετατροπή της Ελλάδας σε κόμβο μεταφοράς πράσινης ενέργειας και ηλεκτρικών διασυνδέσεων που ενώνουν την Ευρώπη με την Αφρική, μπορεί να ενισχύσει ουσιαστικά τη γεωπολιτική της θέση.
- Δεύτερον, στο πεδίο της εθνικής οικονομίας, υποστηρίζεται ότι το φυσικό αέριο θα μειώσει το κόστος ενέργειας για τη βιομηχανία. Η πραγματικότητα της διεθνούς αγοράς δείχνει το αντίθετο: το αέριο ανήκει στις εταιρείες που το εξορύσσουν και τιμολογείται με βάση τα διεθνή χρηματιστήρια, μαζί με τα κόστη μεταφοράς. Δεν πρόκειται, συνεπώς, για εγχώριο «φθηνό» πόρο. Μια βιώσιμη εναλλακτική βρίσκεται στις επενδύσεις σε πράσινο υδρογόνο και τεχνολογίες αποθήκευσης ενέργειας, που μπορούν να εξασφαλίσουν σταθερότερες και χαμηλότερες τιμές σε βάθος χρόνου.
- Τρίτον, στο δημοσιονομικό επίπεδο, τα προσδοκώμενα έσοδα από εξορύξεις παρουσιάζονται ως λύση για το δημόσιο χρέος της χώρας. Ωστόσο, ο χρονικός ορίζοντας αυτών των εσόδων, μετά το 2035, τα καθιστά ουσιαστικά άνευ σημασίας για τις σημερινές δημοσιονομικές ανάγκες. Αντίθετα, η ανάπτυξη της «γαλάζιας οικονομίας», μέσα από βιώσιμες μορφές τουρισμού και καινοτόμες θαλάσσιες δραστηριότητες, μπορεί να αποφέρει άμεσα και διαρκή οικονομικά οφέλη.
- Τέταρτον, στο τεχνολογικό πεδίο, η επίκληση προηγμένων μεθόδων εξόρυξης παρουσιάζεται ως εγγύηση ασφάλειας. Όμως η τεχνολογία δεν αναιρεί τους νόμους της φύσης. Σε μεγάλα βάθη, η διαχείριση ενός ατυχήματος είναι εξαιρετικά δύσκολη, αν όχι αδύνατη, με δυνητικά καταστροφικές συνέπειες για το θαλάσσιο περιβάλλον. Αντί αυτού, η αξιοποίηση της τεχνογνωσίας σε πλωτά αιολικά πάρκα βαθιών υδάτων αποτελεί μια σαφώς ασφαλέστερη και μακροπρόθεσμα αποδοτικότερη επιλογή.
- Πέμπτον, ως προς τη διαφάνεια, προβάλλεται η ύπαρξη θεσμικών μηχανισμών ελέγχου (π.χ. η ΕΔΕΥΕΠ) ως εγγύηση της ορθής λειτουργίας. Ωστόσο, μια υποστελεχωμένη δημόσια αρχή δύσκολα μπορεί να εποπτεύσει ενεργειακούς κολοσσούς με τεράστια οικονομική και τεχνική ισχύ. Η πραγματική απάντηση βρίσκεται στην ενίσχυση ανεξάρτητων και ισχυρών ελεγκτικών μηχανισμών που θα μπορούν να διασφαλίζουν τόσο τη διαφάνεια όσο και τη βιωσιμότητα των ενεργειακών επιλογών.
- Έκτον, στο επίπεδο της κοινωνικής συνοχής, η υπόσχεση τοπικής ευημερίας μέσω φορολογικών εσόδων αποδεικνύεται συχνά υπερβολική. Η εμπειρία δείχνει ότι η μονοκαλλιέργεια των υδρογονανθράκων μπορεί να υπονομεύσει άλλους βασικούς τομείς, όπως η γεωργία και ο τουρισμός, οδηγώντας σε οικονομικές ανισορροπίες. Αντίθετα, η δημιουργία ενεργειακών κοινοτήτων προσφέρει ένα μοντέλο συμμετοχικής ανάπτυξης, όπου οι πολίτες γίνονται παραγωγοί και καταναλωτές ενέργειας.
- Έβδομον, στο πεδίο του κλίματος και των περιβαλλοντικών καταστροφών, η επένδυση στις εξορύξεις παρουσιάζεται ως αναπτυξιακή ευκαιρία. Όμως το κόστος της κλιματικής κρίσης είναι ήδη ορατό και πολλαπλάσιο, με φυσικές καταστροφές που επιβαρύνουν σημαντικά την οικονομία και τον κρατικό προϋπολογισμό. Η αδράνεια απέναντι στην κλιματική κατάρρευση έχει καθημερινό κόστος για τους πολίτες. Σε αυτό το πλαίσιο, η διάθεση πόρων σε έργα κλιματικής θωράκισης, όπως αντιπλημμυρικά έργα, αναδασώσεις και ενεργειακή αναβάθμιση κατοικιών, αποτελεί μια πιο ορθολογική επένδυση, όχι μόνον για το περιβαλλοντικό, αλλά και για το οικονομικό της αντίκτυπο. Πλέον με τις παρούσες κλιματικές συνθήκες στη χώρα δεν είναι προτιμότερο να «πληρώνεις» τη ζημιά όταν συμβεί, από το να επενδύεις προληπτικά στο να μην συμβεί.
Η συζήτηση για τις εξορύξεις δεν αφορά μόνο την ενεργειακή στρατηγική της Ελλάδας, αλλά συνολικά, το αναπτυξιακό μοντέλο που θα πρέπει να ακολουθήσει η χώρα μας επενδύοντας στην κοινωνία, το ανθρώπινο δυναμικό, το μέλλον της. Τα επιχειρήματα υπέρ τους, όταν εξεταστούν προσεκτικά, αποδεικνύονται αδύναμα και βραχυπρόθεσμα, με αναφορά στον κόσμο του «χθες». Αντίθετα, μια εναλλακτική, προοδευτική και δημοκρατική ενεργειακή στρατηγική στραμμένη στις οικονομικές, γεωπολιτικές και περιβαλλοντικές προκλήσεις του μέλλοντος, δεν είναι θεωρητική, αλλά εφαρμόσιμη και ήδη δοκιμασμένη διεθνώς. Συνεπώς, το πραγματικό διακύβευμα είναι το αν η Ελλάδα θα επενδύσει σε ένα παρωχημένο μοντέλο ανάπτυξης ή αν θα επιλέξει ένα βιώσιμο μέλλον με προοπτική και ανθεκτικότητα.
(Ο Γιώργος Καραμέρος είναι βουλευτής ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ Α΄ Ανατολικής Αττικής)
































