Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται σήμερα μπροστά σε ένα δύσκολο και αποκαλυπτικό σταυροδρόμι. Από τη μία, η συμφωνία με τη Mercosur, που εδώ και χρόνια παρουσιάζεται ως μεγάλη εμπορική ευκαιρία. Από την άλλη, η υπόθεση της Γροιλανδίας,η οποία μετατρέπεται ταχύτατα από έναν απομακρυσμένο παγωμένο τόπο σε κομβικό γεωπολιτικό και οικονομικό πεδίο. Δύο φαινομενικά άσχετα ζητήματα, που όμως φωτίζουν το ίδιο πρόβλημα: μια Ευρώπη που καλείται να αποφασίσει γρήγορα, ενώ οι συνέπειες των αποφάσεών της θα τη συνοδεύουν για δεκαετίες.
Η συμφωνία με τη Mercosur φέρνει στο προσκήνιο το παλιό αλλά άλυτο ζήτημα του άνισου ανταγωνισμού. Η ΕΕ ζητά από τους Ευρωπαίους αγρότες αυστηρούς περιβαλλοντικούς, κοινωνικούς και υγειονομικούς κανόνες. Την ίδια στιγμή, ανοίγει την αγορά της σε εισαγωγές από χώρες όπου οι κανόνες αυτοί δεν ισχύουν με τον ίδιο τρόπο. Για χώρες όπως η Ελλάδα, αυτό δεν είναι θεωρητική συζήτηση. Είναι πίεση στην επιτραπέζια ελιά, στην κτηνοτροφία, στη μεταποίηση, στο εισόδημα της υπαίθρου. Όταν η βιωσιμότητα μετατρέπεται σε μειονέκτημα, τότε δεν μιλάμε για ελεύθερο εμπόριο αλλά για μια άνιση μάχη.
Την ίδια ώρα, πολύ μακριά από τα χωράφια της Μεσογείου, η Γροιλανδία αποκτά ξαφνικά κεντρικό ρόλο. Σπάνιες γαίες, κρίσιμες πρώτες ύλες, ενεργειακά αποθέματα και νέοι θαλάσσιοι δρόμοι λόγω της τήξης των πάγων φέρνουν τον Αρκτικό κύκλο στο επίκεντρο του παγκόσμιου ανταγωνισμού. Μεγάλες δυνάμεις κινούνται αποφασιστικά και η Ευρώπη κινδυνεύει να μείνει θεατής, αν δεν αποκτήσει ξεκάθαρη στρατηγική παρουσία. Εδώ το δίλημμα δεν είναι μόνο οικονομικό· είναι βαθιά πολιτικό και γεωπολιτικό.
Και κάπου εδώ αναδεικνύεται μια ειρωνεία της εποχής. Ο Ντοναντ Τραμπ, ο οποιος έχει αμφισβητήσει ανοιχτά την ίδια την ύπαρξη της κλιματικής αλλαγής, σπεύδει ταυτόχρονα να αξιοποιήσει τις συνέπειές της. Η τήξη των πάγων, οι νέοι θαλάσσιοι διάδρομοι και η πρόσβαση σε στρατηγικούς πόρους στην Αρκτική, δηλαδη όλα όσα η επιστήμη προειδοποιεί εδώ και δεκαετίες, μετατρέπονται ξαφνικά σε γεωπολιτικό πλεονέκτημα. Η κλιματική αλλαγή, που «δεν υπάρχει», γίνεται εργαλείο ισχύος όταν εξυπηρετεί συμφέροντα. Μια αντίφαση που λέει πολλά για τον κόσμο στον οποίο ζούμε.
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, γίνεται πιο καθαρή από ποτέ και η αξία της Ευρωπαϊκή Ένωσης.Όχι επειδή όλα λειτουργούν άψογα, αλλά ακριβώς επειδή βλέπουμε ότι ο παραδοσιακός της πυλώνας, η Γερμανία, δεν είναι πια τόσο ισχυρή όσο στο παρελθόν. Η οικονομική επιβράδυνση, οι ενεργειακές αβεβαιότητες και οι εσωτερικές κοινωνικές πιέσεις δείχνουν ότι ακόμη και τα ισχυρότερα κράτη δεν μπορούν πλέον να σταθούν μόνα τους όπως άλλοτε.
Αυτό όμως δεν αποτελεί αδυναμία της Ευρώπης. Είναι υπενθύμιση του λόγου για τον οποίο υπάρχει. Σε έναν κόσμο όπου καμία ευρωπαϊκή χώρα, ούτε καν η Γερμανία, δεν μπορεί μόνη της να αντιμετωπίσει εμπορικούς εκβιασμούς, γεωπολιτικές πιέσεις ή τον αγώνα για κρίσιμες πρώτες ύλες, η συλλογική ισχύς της ΕΕ είναι το μοναδικό πραγματικό αντίβαρο. Όχι ως άθροισμα οικονομιών, αλλά ως κοινή πολιτική φωνή, κοινή διαπραγματευτική δύναμη και κοινό πλαίσιο κανόνων.
Η Mercosur και η Γροιλανδία είναι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Από τη μία, ο κίνδυνος να θυσιαστούν παραγωγοί και τοπικές κοινωνίες στο όνομα μιας αμφίβολης ανάπτυξης. Από την άλλη, ο κίνδυνος να χαθεί η γεωπολιτική βαρύτητα της Ευρώπης, αν δεν κινηθεί ενιαία και έγκαιρα. Και στις δύο περιπτώσεις, το κόστος των πρόχειρων αποφάσεων ή της αδράνειας θα το πληρώσουν οι πολίτες, οι εργαζόμενοι, οι περιφέρειες.
Το «μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα» δεν είναι απλώς σχήμα λόγου. Είναι η πραγματική επιλογή που βρίσκεται μπροστά μας. Η Ευρώπη είτε θα λειτουργήσει ως πολιτική ένωση με στρατηγική πυξίδα, ίσους όρους ανταγωνισμού και καθαρή γεωπολιτική παρουσία, είτε θα περιοριστεί στον ρόλο μιας αγοράς που αντιδρά καθυστερημένα στις εξελίξεις. Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι πολυτέλεια. Είναι αναγκαιότητα.
(Ο Σάκης Αρναούτογλου είναι ευρωβουλευτής ΠΑΣΟΚ -Κίνημα Αλλαγής)

























