Ζούμε σε μια περίοδο όπου το διεθνές δίκαιο δεν παραβιάζεται απλώς. Καταργείται ανοιχτά ως αρχή. Η επαναφορά από τον Ντόναλντ Τραμπ της ρητορικής διεκδίκησης της Γροιλανδίας, οι απειλές προς την Κολομβία και την Κούβα, η ανοχή σε τετελεσμένα σε διαφορετικά σημεία του κόσμου, συγκροτούν μια νέα πραγματικότητα: την επιστροφή της ωμής ισχύος ως μοναδικού κριτηρίου διεθνούς πολιτικής.
Ενδεικτικές είναι οι διαφορετικές αντιδράσεις των χωρών. Όταν ο Τραμπ απείλησε το Μεξικό, η πρωθυπουργός του απάντησε επιθετικά και χωρίς περιστροφές. Όταν επανήλθε στο ζήτημα της Γροιλανδίας, η αντίδραση της Δανίας κινήθηκε στη λογική του κατευνασμού. Δεν πρόκειται για μέτρο πατριωτισμού. Πρόκειται για μέτρο ισχύος. Το Μεξικό είναι μια μεγάλη χώρα. Η Δανία είναι μια μικρή χώρα. Θα μπορούσε, όμως, να είναι πολύ ισχυρότερη αν πίσω της στεκόταν μια πραγματικά πολιτικά ενοποιημένη Ευρωπαϊκή Ένωση, τετρακοσίων εκατομμυρίων πολιτών.
Σήμερα δύσκολα μπορεί κανείς να φανταστεί Ευρωπαίους πολίτες να πολεμούν για τη Γροιλανδία. Όπως δύσκολα μπορεί να φανταστεί Ευρωπαίους να πολεμούν για την Κύπρο ή για την Ελλάδα. Αυτό αποτυπώνει με σκληρό τρόπο το έλλειμμα της ευρωπαϊκής ενοποίησης σε έναν κόσμο όπου οι μικρές και μεσαίες χώρες είναι εκτεθειμένες.
Σε αυτό το περιβάλλον, το διεθνές δίκαιο δεν είναι ιδεολογική πολυτέλεια. Είναι η μόνη ασπίδα των μικρών και μεσαίων χωρών απέναντι στην ισχύ των μεγάλων δυνάμεων, είτε πρόκειται για τις Ηνωμένες Πολιτείες, είτε για τη Ρωσία, είτε για την Κίνα.
Τις τελευταίες μέρες χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον ο Θουκυδίδης και η σημασία της ισχύος. Η αρχαία ελληνική σκέψη, πράγματι, γνώριζε καλά τη λογική της δύναμης. Στον διάλογο Αθηναίων και Μηλίων, ο Θουκυδίδης αποτυπώνει κυνικά το δόγμα ότι «οι ισχυροί πράττουν ό,τι τους επιτρέπει η δύναμή τους και οι αδύναμοι υποχωρούν όσο τους επιβάλλεται». Οι Αθηναίοι κατέστρεψαν τη Μήλο. Όμως λίγα χρόνια αργότερα έχασαν τον πόλεμο, έχασαν την ηγεμονία τους και οδηγήθηκαν οι ίδιοι στην καταστροφή. Η ισχύς χωρίς δίκαιο παρήγαγε τετελεσμένα, όχι διάρκεια.
Απέναντι σε αυτή τη λογική, ο Περικλής, στον Επιτάφιο Λόγο, αντιπαραθέτει ένα άλλο πρότυπο ισχύος: τη δύναμη που θεμελιώνεται στη δημοκρατία, στον σεβασμό των νόμων και στην κοινή αποδοχή του δικαίου.
Η Ελλάδα, όμως, δεν έχει την πολυτέλεια της ασάφειας. Στο Κυπριακό, στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο ζητά διαρκώς από τη διεθνή κοινότητα να μην αναγνωρίζει αποτελέσματα που προέκυψαν από απειλή ή χρήση βίας. Όταν, λοιπόν, υιοθετεί ρητορικές πολιτικής αλλαγής χωρίς σαφή διεθνή νομιμοποίηση αλλού, ακυρώνει η ίδια το βασικό της επιχείρημα. Το μήνυμα που εκπέμπεται είναι απλό και επικίνδυνο: ότι η νομιμότητα είναι δευτερεύουσα όταν το επιβάλλουν οι ισχυροί.
Αυτό ακριβώς είναι το δόγμα που αντιμετωπίζει η Ελλάδα εδώ και δεκαετίες, κυρίως από την Τουρκία. Και κάθε φορά που το αποδέχεται, έστω και λεκτικά, αποδυναμώνει τη δική της θέση.
Σε αυτή τη συγκυρία, η δήλωση του Πρωθυπουργού για τη Βενεζουέλα ότι «δεν είναι η ώρα να σχολιάσουμε τη νομιμότητα» δεν είναι απλώς ατυχής. Δείχνει φόβο και άρα δειλία μπροστά στην καταιγίδα των γεγονότων. Πολύ περισσότερο όταν η Ελλάδα καλείται, ως μη μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, να υπερασπιστεί τον Καταστατικό Χάρτη και τους θεμελιώδεις κανόνες του διεθνούς δικαίου.
Το διεθνές δίκαιο δεν μας κάνει λιγότερο ρεαλιστές.
Μας κάνει λιγότερο ευάλωτους.
Και σε έναν κόσμο όπου η ισχύς επιστρέφει απροκάλυπτα, η συνέπεια στο δίκαιο δεν είναι αδυναμία. Είναι στρατηγική επιβίωσης.
(Η Αννα Διαμαντοπούλου είναι Πρόεδρος του Δικτύου– πρ. Επίτροπος ΕΕ – πρ. Υπουργός – Υπεύθυνη Πολιτικού Σχεδιασμού ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ)




























