Υπάρχει ένας ευρύτατα διαδεδομένος και ανθεκτικός αστικός μύθος που αφορά την Ελλάδα και τις ανθρώπινες μετακινήσεις.
Η Ελλάδα είναι η γη της επαγγελίας για τους μετανάστες.
Ο αστικός μύθος ανθίσταται ακόμη και όταν η χώρα καταρρέει οικονομικά ακόμη και όταν η χώρα, το 2015-2016 αποτελεί καταφανέστατα μέρος του δρόμου για τη γη της επαγγελίας.
Ελάχιστοι πολίτες τρίτων χωρών επιθυμούν να εγκατασταθούν στην Ελλάδα. Είτε είναι μετανάστες, είτε πρόσφυγες είτε άνθρωποι χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα.
Αυτός ο ανθεκτικός αστικός μύθος δεν αφήνει χώρο για ανάλυση της πραγματικότητας της μετανάστευσης στην Ελλάδα.
Οι πιο ακραίοι χρησιμοποιούν τον όρο λαθρεποικισμό. Υπάρχει ένα σχέδιο ισλαμοποίησης της χώρας. Το συγκεκριμένο, όπως πολλά άλλα, είναι αντιγραφή από την προπαγάνδα της ακροδεξιάς σε κράτη που είναι προορισμός προσφύγων και μεταναστών.
Η προπαγάνδα της ελληνικής ακροδεξιάς περί σχεδίου λαθρεποικισμού έχει ένα συγκριτικό πλεονέκτημα σε σχέση με άλλους ακροδεξιούς στην Ευρώπη.
Η αναφορά σε υποκινούμενο σχέδιο από την Τουρκία δημιουργεί σύγχυση και ανησυχία. Σύγχυση αντίστοιχη με αυτή που δημιουργήθηκε όταν ο Ερντογάν αποφάσισε να εργαλειοποιήσει το προσφυγικό ζήτημα στο πεδίο του Έβρου.
Η Ελλάδα δεν είναι γη της επαγγελίας για μετανάστες. Προσελκύει πολίτες τρίτων χωρών, επενδυτές real estate που συνήθως δεν εγκαθίστανται στην Ελλάδα. Αγοράζουν visa για να μπορούν να κυκλοφορούν ελεύθερα σε άλλα κράτη μέλη.
Την δεκαετία του 2000, το κόμμα ΛΑΟΣ μιλούσε για τον κίνδυνο από 2 εκατομμύρια παράνομους μετανάστες που είχαν κατακλύσει τη χώρα. Τεκμηρίωνε τον αριθμό προσθέτοντας τους αριθμούς εισόδων της τελευταίας δεκαετίας. Αυτό που δεν έκανε βέβαια ήταν να αφαιρεί τους αριθμούς εξόδων.
Ο μύθος της γης της επαγγελίας προστατεύεται από την παραπληροφόρηση (σε σχέση με τους αριθμούς των αλλοδαπών στη χώρα) και την έλλειψη συλλογικής αυτογνωσίας.
Ο δεύτερος αστικός μύθος αφορά τον Κανονισμό Δουβλίνο και την επίδραση του στον εγκλωβισμό αλλοδαπών στις χώρες των ευρωπαϊκών συνόρων.
Συνεπώς, η Ελλάδα αποτελεί γη της επαγγελίας για τους φτωχούς μετανάστες ενώ όσοι επιθυμούν να φύγουν αποτρέπονται από τον Κανονισμό Δουβλίνο.
Ο Κανονισμός Δουβλίνο ποτέ δεν εφαρμόστηκε μαζικά. Εμποδίστηκε από πρακτικές δυσκολίες και περιορισμένες υποδομές, από αποφάσεις εθνικών και Ευρωπαϊκών Δικαστηρίων αλλά και από άτυπες πολιτικές συμφωνίες σε περιόδους αυξημένων εισόδων στα κράτη συνόρων.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) και το Δικαστήριο της ΕΕ έκριναν (π.χ. υπόθεση M.S.S. κατά Βελγίου και Ελλάδας, 2011) ότι η επιστροφή στην Ελλάδα παραβίαζε ανθρώπινα δικαιώματα λόγω των άθλιων συνθηκών υποδοχής. Κάτι που απέχει πολύ από την περιγραφή της χώρας ως γη της επαγγελίας.
Η νομολογία, πολλές δικαστικές αποφάσεις, απέτρεψαν την επιστροφή αναγνωρισμένων προσφύγων, από τη Γερμανία και άλλα κράτη μέλη, στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια. «Μάθαμε» για την ύπαρξή τους μόνο όταν άλλαξε η νομολογία για κάποιες κατηγορίες από αυτούς.
Η πραγματικότητα στην Ελλάδα για τους μετανάστες και τους πρόσφυγες είναι απότοκη της περιόδου επάλληλων κρίσεων που αφορούν και τους έλληνες πολίτες αλλά επιδεινώνεται από τις ειδικές συνθήκες που αφορούν πολλούς από τους πολίτες τρίτων χωρών. Δεν υπάρχει κάποιο σοβαρό πρόγραμμα υποστήριξης/ ένταξης για τους πρόσφυγες. Υπάρχουν πολλά ζητήματα διακριτικής μεταχείρισης πολιτών τρίτων χωρών σε σχέση με την πρόσβαση στην υγεία, την πρόνοια και την εργασία, τεράστιες καθυστερήσεις στην έκδοση των αδειών των μεταναστών, άδικες διατάξεις για την πολιτογράφηση και ακόμη πιο άδικο σύστημα για τις συντάξεις.
Σε αυτό το περιβάλλον έρχονται οι εξαγγελίες Βορίδη που προβλέπουν αυστηροποίηση στη διαχείριση στην παράτυπη μετανάστευση αλλά και αυστηροποίηση στη νόμιμη μετανάστευση.
Η πολιτική του δεν θα επιτύχει, εκτός αν η αυστηροποίηση στοχεύει απλώς στο σαδισμό, γιατί είναι εκτός θέματος. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια πως αυτή η πολιτική δεν θα πείσει ψηφοφόρους. Ο Όρμπαν στηρίζει την ισχύ του στην αντιπροσφυγική και ξενοφοβική του ρητορική ενώ πρόσφυγες και μετανάστες αδιαφορούσαν διαχρονικά για την ύπαρξη της χώρας του.
Ο μεγάλος φόβος της κυβέρνησης είναι η έναρξη της εφαρμογής του νέου Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Άσυλο. Έχει προγραμματιστεί για το καλοκαίρι του 2026, πολύ κοντά στις επόμενες εθνικές εκλογές.
Τότε, θα ζήσουμε, για ακόμη μια φορά (πλέον με πιο αναβαθμισμένο θεσμικό οπλοστάσιο), την προσπάθεια κάποιων κρατών μελών να σταματήσουν τις δευτερογενείς ροές. Θα ζήσουμε και την αμηχανία της κυβέρνησης Μητσοτάκη να αρνηθεί να εφαρμόσει κάτι που ψήφισε χωρίς καμία επιφύλαξη.
Δεν ξέρω τι επικοινωνιακό σχεδιασμό έχει στο μυαλό του ο Μάκης Βορίδης όταν θα φυλακιστεί ο πρώτος ταλαίπωρος μετανάστης για παράνομη διαμονή στη χώρα. Αν ήταν άλλος, ίσως τον συνόδευε στη μεταγωγή μέχρι την πύλη των φυλακών. Σίγουρα θα βρει την ευκαιρία να φωτογραφηθεί πριν κάποια απογείωση αεροσκάφους απελάσεων.
Δεν μπορώ να φανταστώ, επίσης, τι θα πει η ΝΔ όταν το σχέδιο αποτύχει για πρακτικούς και νομικούς λόγους. Αποκλείεται να παραδεχθεί το λάθος. Θα βρει κάτι άλλο για να αποπροσανατολίσει.
Το μεγάλο πρόβλημα της νέας πολιτικής Μητσοτάκη στο μεταναστευτικό είναι πως χρειαζόμαστε πολιτικές στην αντίθετη ακριβώς κατεύθυνση.
Πολιτικές που θα οργανώνουν τη μετανάστευση εν όψει των αναγκών της χώρας, με δεδομένο πως χρειαζόμαστε νέο ανθρώπινο δυναμικό που θα ενισχύσει την κοινωνία και την οικονομία.
Η Ελλάδα δεν είναι γη της επαγγελίας για μετανάστες αλλά μπορεί να λάβει μέτρα ώστε να βελτιωθούν οι καθημερινές συνθήκες και οι προοπτικές τους. Ώστε να εγκατασταθούν, να εργαστούν, να κάνουν οικογένειες, να ενταχθούν. Να επιλέξουν την Ελλάδα με ελπίδα και όχι από απόγνωση.
Η ανάγκη για εργατικό δυναμικό σε διάφορους κλάδους της οικονομίας, δείχνει να έχει πάγια χαρακτηριστικά. Είναι μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για να αποκτήσει η χώρα μια σύγχρονη μεταναστευτική πολιτική που, με τη συμβολή της στην οικονομία, θα «αυτοχρηματοδοτείται».
Μια σύγχρονη μεταναστευτική πολιτική που θα απορρίπτει την επαναφορά του καθεστώτος των γκασταρμπάιτερ σε ευρωπαϊκό έδαφος και θα επενδύει στην ένταξη, με κέρδη στην αντιμετώπιση των δημογραφικών ζητημάτων.
Το κύριο ζήτημα, όμως, είναι να αναζητηθεί μια βιώσιμη ισορροπία για την κοινή ευρωπαϊκή πολιτική. Οι εταίροι μας πρέπει να αναλάβουν τις ευθύνες που αναλογούν. Αυτός είναι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος καταπολέμησης των δευτερογενών ροών. Σε κάθε άλλη περίπτωση, θα συντηρείται η συνθήκη τράνζιτ που είναι συνθήκη ανομίας σε βάρος και των κοινωνιών υποδοχής και των ίδιων των μεταναστών – προσφύγων.
(O Βασίλης Χρονόπουλος είναι γραμματέας τομέα Μεταναστευτικής Πολιτικής του ΠΑΣΟΚ)






























