Στην τρίτη θέση των ακριβότερων πόλεων της Ευρώπης για την αγορά κατοικίας, σε σχέση με τα εισοδήματα των κατοίκων της, βρίσκεται η Αθήνα, σύμφωνα με την έρευνα της Deloitte. Για την απόκτηση ενός νεόδμητου διαμερίσματος 70 τετραγωνικών μέτρων απαιτούνται πλέον μισθοί 16 ετών, καθώς οι τιμές ξεπερνούν τα 4.300 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο.
Τα στοιχεία παρουσιάστηκαν στο συνέδριο Prodexpo, αναδεικνύοντας τη συνεχιζόμενη στεγαστική κρίση στην ελληνική πρωτεύουσα. Όπως ανέφερε ο Χρήστος Κοσμάς, Partner και Real Estate Leader της Deloitte, η Αθήνα βρισκόταν πέρυσι στη δεύτερη θέση της σχετικής κατάταξης, ωστόσο τότε απαιτούνταν μισθοί 15,3 ετών για την αγορά αντίστοιχης κατοικίας.
Στην κορυφή η Αλβανία
Στην κορυφή της ευρωπαϊκής λίστας βρίσκεται φέτος η Αυλώνα της Αλβανίας, όπου απαιτούνται μισθοί 21 ετών, με τις τιμές των νεόδμητων κατοικιών να διαμορφώνονται στα 2.700 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο. Ακολουθεί η Πράγα με 17 χρόνια μισθών, ενώ μετά την Αθήνα κατατάσσονται το Κόζιτσε της Σλοβακίας και το Μπρνο της Τσεχίας.
Η αυξημένη τουριστική δραστηριότητα και το επενδυτικό ενδιαφέρον ενισχύουν τις τιμές σε αρκετές αναπτυσσόμενες αγορές, μεταβάλλοντας τον ευρωπαϊκό χάρτη της στεγαστικής προσιτότητας.
Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με στοιχεία που παρουσίασε ο διευθύνων σύμβουλος του Spitogatos.gr, Δημήτρης Μελαχροινός, ο ετήσιος ρυθμός αύξησης των ζητούμενων τιμών πώλησης κατοικιών έχει περιοριστεί στο 5%, στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων ετών. Οι μεγαλύτερες ανατιμήσεις, της τάξης του 7%-8%, καταγράφονται στα ανατολικά και δυτικά προάστια και στις περιοχές του Πειραιά.
Καθοριστικός παράγοντας παραμένει το αυξημένο κατασκευαστικό κόστος, το οποίο κυμαίνεται μεταξύ 2.000 και 2.500 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο. Σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, συνυπολογίζοντας την αξία του οικοπέδου και το εργολαβικό κέρδος, η πώληση νεόδμητης κατοικίας κάτω από 4.000 ευρώ ανά τετραγωνικό θεωρείται εξαιρετικά δύσκολη.
Οι κατασκευαστές ζητούν φορολογικά κίνητρα, μείωση του ΦΠΑ και ευνοϊκότερη χρηματοδότηση, προκειμένου να αυξηθεί η προσφορά προσιτών κατοικιών.
Παράλληλα, περίπου 15.000 οικιστικά ακίνητα βρίσκονται υπό τη διαχείριση εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων ή στην ιδιοκτησία τραπεζών. Από αυτά, 6.400 διαχειρίζονται servicers και περίπου 8.000 ανήκουν σε τράπεζες.
Η αξιοποίησή τους θα μπορούσε να ενισχύσει την προσφορά, χωρίς ωστόσο να επιλύσει από μόνη της το στεγαστικό πρόβλημα, που εξακολουθεί να πιέζει έντονα τα ελληνικά νοικοκυριά.




























