Στην αύξηση του κατώτατου μισθού πάνω από τα 950 ευρώ από τον Απρίλιο του 2027 με το κίνητρο μείωσης των ασφαλιστικών εισφορών κατά μισή μονάδα (0,25 εργοδότες και 0,25 εργαζόμενοι) προχωράει η κυβέρνηση ανακοινώνοντας παράλληλα ότι ο κατώτατος μισθός το 2028 θα φτάσει τα 1.000 ευρώ. Ανακοινώσεις που πάγωσαν τους εργοδοτικούς φορείς που θα πρέπει να αναλάβουν το κόστος.
Ωστόσο από την 1η Ιανουαρίου 2028 η διαμόρφωση των κατώτατων αμοιβών στον ιδιωτικό τομέα ξεφεύγει από το παραδοσιακό τραπέζι των πολιτικών και συνδικαλιστικών διαπραγματεύσεων και περνάει στα χέρια ενός αυτόματου μαθηματικού αλγορίθμου.
Η μετάβαση αυτή, αν και παρουσιάζεται ως ένα βήμα εκσυγχρονισμού και σταθερότητας που ευθυγραμμίζεται με τις ευρωπαϊκές κατευθύνσεις, φέρνει στο προσκήνιο μια έντονη αντιπαράθεση ανάμεσα στις κυβερνητικές δεσμεύσεις για αυξήσεις και στην ωμή οικονομική πραγματικότητα που καλούνται να αντιμετωπίσουν οι επιχειρήσεις, με τον φόβο για αναγκαστικές απολύσεις να πλανάται πλέον έντονα πάνω από την αγορά.
Η ΓΣΕΕ και άλλες εργατικές ενώσεις τονίζουν ότι κανένας αλγόριθμος δεν μπορεί να αποτυπώσει τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας και της καθημερινότητας των εργαζομένων. Ζητούν επίμονα την επιστροφή στην πλήρη ισχύ των Ελεύθερων Συλλογικών Διαπραγματεύσεων, θεωρώντας ότι η κυβερνητική επιλογή αφαιρεί τη φωνή από τους κοινωνικούς εταίρους.
Από την πλευρά τους, εκπρόσωποι των εργοδοτικών φορέων επισημαίνουν τον κίνδυνο η αυτόματη αύξηση των μισθών να οδηγήσει σε απώλεια της ανταγωνιστικότητας, σε έξαρση της μαύρης εργασίας, ή ακόμα και σε ανατιμήσεις προϊόντων και υπηρεσιών, μετακυλίοντας τελικά το κόστος ξανά στον καταναλωτή.
Πώς θα λειτουργεί ο «μαθηματικός τύπος» της ΕΛΣΤΑΤ
Το νέο σύστημα φιλοδοξεί να αντικαταστήσει τις υποκειμενικές πολιτικές αποφάσεις με αντικειμενικά οικονομικά δεδομένα. Ο αλγόριθμος θα τροφοδοτείται με στοιχεία που θα εκδίδει επισήμως η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ) και θα στηρίζεται σε δύο βασικούς πυλώνες:
Τον πληθωρισμό: Δεν θα εξετάζεται ο γενικός δείκτης, αλλά ο εξειδικευμένος δείκτης τιμών που αφορά το χαμηλότερο 20% της εισοδηματικής κλίμακας των νοικοκυριών. Με τον τρόπο αυτό, η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι θα προστατεύεται άμεσα η αγοραστική δύναμη των πιο ευάλωτων εργαζομένων απέναντι στην ακρίβεια.
Την παραγωγικότητα: Οι αυξήσεις θα συνδέονται οργανικά με την πορεία της ελληνικής οικονομίας, την αποδοτικότητα της εργασίας και τους γενικότερους ρυθμούς ανάπτυξης της χώρας.Παράλληλα, εισάγεται μια κρίσιμη ασφαλιστική δικλείδα, η λεγόμενη «ρήτρα μη μείωσης». Ο νόμος προβλέπει ρητά ότι σε περίπτωση οικονομικής ύφεσης ή αποπληθωρισμού, ο κατώτατος μισθός θα «κλειδώνει» στα υφιστάμενα επίπεδα και δεν θα μπορεί να μειωθεί, αποτρέποντας φαινόμενα βίαιης απομείωσης των μισθών όπως αυτά που βίωσε η χώρα κατά την περίοδο των μνημονίων.
Βασικοί κανόνες
- Απαγόρευση μείωσης: Προβλέπεται ρητά ότι ο κατώτατος μισθός δεν μπορεί να μειωθεί σε καμία περίπτωση, λειτουργώντας ως δικλείδα ασφαλείας.
- Τέλος στις διαπραγματεύσεις: Καταργείται η παραδοσιακή διαδικασία προτάσεων και διαβουλεύσεων μεταξύ υπουργείου, ΓΣΕΕ και εργοδοτικών φορέων για τον ετήσιο προσδιορισμό του, ο οποίος πλέον θα προκύπτει αυτόματα.
Η «ρήτρα μη μείωσης» ως δίχτυ ασφαλείας
Η σημαντικότερη ασφαλιστική δικλείδα του νέου νόμου είναι η ρητή απαγόρευση οποιασδήποτε μείωσης του κατώτατου μισθού. Ακόμη και σε περιόδους βαθιάς οικονομικής κρίσης ή αρνητικού πληθωρισμού, ο αλγόριθμος θα «κλειδώνει» τις αμοιβές στα τρέχοντα επίπεδα, εμποδίζοντας την υποτίμηση της εργασίας.






























