Σε νέα εκκαθάριση του χαρτοφυλακίου των ληξιπρόθεσμων χρεών προς το Δημόσιο προχωρά η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, δρομολογώντας τον χαρακτηρισμό οφειλών ύψους περίπου 6 δισ. ευρώ ως ανεπίδεκτων είσπραξης.
Με την ολοκλήρωση της διαδικασίας, η οποία αναμένεται έως το τέλος του 2026, το συνολικό ποσό των χρεών που θα έχουν τεθεί εκτός ενεργών διαδικασιών είσπραξης θα ξεπεράσει τα 41 δισ. ευρώ.
Η νέα παρέμβαση αφορά κυρίως παλαιές οφειλές από πτωχευμένες επιχειρήσεις, εταιρείες που έχουν διακόψει τη λειτουργία τους, φορολογούμενους που έχουν αποβιώσει χωρίς οι κληρονόμοι να αποδεχθούν την κληρονομιά, καθώς και οφειλέτες που δεν διαθέτουν εντοπίσιμα περιουσιακά στοιχεία ή έχουν ήδη μεταβιβάσει την περιουσία τους, γεγονός που καθιστά πρακτικά αδύνατη την είσπραξη των σχετικών απαιτήσεων.
Σήμερα τα συνολικά ληξιπρόθεσμα χρέη προς την Εφορία ανέρχονται σε 114,5 δισ. ευρώ, εκ των οποίων 35,3 δισ. ευρώ έχουν ήδη χαρακτηριστεί ως ανεπίδεκτα είσπραξης. Μόνο το 2025 εντάχθηκαν στην ίδια κατηγορία οφειλές ύψους 8,5 δισ. ευρώ, ενώ με τη νέα εκκαθάριση το συνολικό ποσό θα υπερβεί τα 41 δισ. ευρώ.
Για να χαρακτηριστεί μία οφειλή ως ανεπίδεκτη είσπραξης απαιτείται να έχουν ολοκληρωθεί όλες οι σχετικές έρευνες χωρίς να εντοπιστούν περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη ή των συνυπόχρεων, να έχει διαπιστωθεί αντικειμενική αδυναμία είσπραξης και να έχει υποβληθεί ή να είναι αδύνατη η υποβολή ποινικής δίωξης όπου αυτό προβλέπεται. Επιπλέον, ακόμη και όταν υπάρχουν περιουσιακά στοιχεία, μια οφειλή μπορεί να ενταχθεί στην κατηγορία αυτή εφόσον η αξία της ακίνητης περιουσίας δεν υπερβαίνει το 5% του συνολικού χρέους ή τις 100.000 ευρώ και η κινητή περιουσία δεν ξεπερνά τις 30.000 ευρώ.
Ο χαρακτηρισμός μιας οφειλής ως ανεπίδεκτης είσπραξης δεν συνεπάγεται τη διαγραφή της. Οι απαιτήσεις του Δημοσίου εξακολουθούν να υφίστανται, ενώ οι διαδικασίες είσπραξης αναστέλλονται για διάστημα δέκα ετών από το τέλος του έτους καταχώρισης στα ειδικά βιβλία. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου αναστέλλεται η παραγραφή της οφειλής, δεν χορηγείται φορολογική ενημερότητα ούτε άλλα απαραίτητα πιστοποιητικά για μεταβιβάσεις περιουσιακών στοιχείων, με εξαίρεση ειδικές περιπτώσεις όπου το τίμημα προορίζεται για την εξόφληση του χρέους.
Σύμφωνα με τη φορολογική διοίκηση, σημαντικό μέρος των παλαιών ληξιπρόθεσμων οφειλών εκτιμάται ότι δεν πρόκειται να εισπραχθεί ποτέ, καθώς αφορά υποθέσεις που εκκρεμούν εδώ και δεκαετίες, όπως εκείνες της «Ακρόπολις Χρηματιστηριακή» και της παλαιάς «Ολυμπιακής», των οποίων τα χρέη έχουν διογκωθεί λόγω τόκων και προσαυξήσεων.
Η ανάλυση της ΑΑΔΕ δείχνει ότι από το συνολικό ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο μόλις περίπου 27,4 δισ. ευρώ θεωρούνται ουσιαστικά εισπράξιμα, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου ένα τέταρτο των συνολικών οφειλών προς το Δημόσιο.
Υπό τα δεδομένα αυτά, ο εισπρακτικός μηχανισμός στρέφει πλέον το βάρος του στις νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές, όπου οι πιθανότητες ανάκτησης των ποσών είναι σημαντικά υψηλότερες μέσω της άμεσης ενεργοποίησης αναγκαστικών μέτρων, όπως οι δεσμεύσεις τραπεζικών λογαριασμών και οι κατασχέσεις.



























