Με τη νομολογία του το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει ξεκαθαρίσει τον τρόπο υπολογισμού του φόρου μεταβίβασης ακινήτου όταν αίρεται φοροαπαλλαγή που είχε δοθεί στο πλαίσιο εταιρικού μετασχηματισμού.
Το ΣτΕ πρόσφατα έκρινε υπόθεση που αφορούσε σε εισφορά ακινήτου από μία εταιρεία σε άλλη, με βάση τις διατάξεις του Ν.Δ. 1297/1972, που προβλέπει απαλλαγή από τον φόρο μεταβίβασης υπό τον όρο ότι το ακίνητο θα χρησιμοποιηθεί για εταιρικούς σκοπούς για τουλάχιστον πέντε χρόνια.
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, η ΑΑΔΕ διαπίστωσε ότι η προϋπόθεση αυτή δεν τηρήθηκε. Ως αποτέλεσμα, αποφάσισε την άρση της απαλλαγής και την επιβολή φόρου, υπολογίζοντάς τον όμως με βάση υψηλότερη αξία που είχε προσδιοριστεί από επιτροπή εμπειρογνωμόνων για εταιρικούς σκοπούς.
Το Δικαστήριο, ωστόσο, έκρινε ότι αυτή η πρακτική δεν είναι σύμφωνη με τον νόμο. Όπως τόνισε, όταν ένα ακίνητο βρίσκεται σε περιοχή όπου ισχύει το αντικειμενικό σύστημα, ο φόρος πρέπει να υπολογίζεται υποχρεωτικά με βάση την αντικειμενική αξία και όχι με άλλες εκτιμήσεις, ακόμη κι αν αυτές είναι υψηλότερες.
Η σημασία της απόφασης γίνεται πιο σαφής μέσα από πρακτικά παραδείγματα. Στην πρώτη περίπτωση, μια εταιρεία μεταβιβάζει ακίνητο αξίας 200.000 ευρώ βάσει αντικειμενικών τιμών, αλλά μια επιτροπή το αποτιμά στις 350.000 ευρώ για εταιρικούς λόγους. Αν η απαλλαγή αρθεί, ο φόρος δεν θα υπολογιστεί στα 350.000 ευρώ αλλά στα 200.000, καθώς αυτή είναι η αντικειμενική αξία που αναγνωρίζει το φορολογικό σύστημα.
Σε ένα δεύτερο παράδειγμα, μια επιχείρηση διατηρεί το ακίνητο για τέσσερα χρόνια αντί για πέντε και χάνει την απαλλαγή. Ακόμη και αν στο μεταξύ η αγοραία αξία του ακινήτου έχει αυξηθεί σημαντικά, ο φόρος δεν θα βασιστεί στην τρέχουσα εμπορική τιμή αλλά στην αντικειμενική αξία που ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο.
Σε μια τρίτη περίπτωση, ένας φορολογούμενος θεωρεί ότι η αντικειμενική αξία είναι υπερβολικά υψηλή σε σχέση με την πραγματική αξία της αγοράς. Το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι μόνο ο ίδιος μπορεί να την αμφισβητήσει και μάλιστα μόνο προς τα κάτω, όχι η διοίκηση προς τα πάνω. Αυτό σημαίνει ότι η φορολογική αρχή δεν μπορεί να επιβάλει φόρο με βάση υψηλότερη αποτίμηση από αυτή που ορίζει το αντικειμενικό σύστημα.




























