Η ναυτιλιακή δραστηριότητα στα Στενά του Ορμούζ αναμένεται να παραμείνει υποτονική για μεγάλο χρονικό διάστημα, με τους ειδικούς να προειδοποιούν ότι η πλήρης αποκατάσταση της κυκλοφορίας ενδέχεται να καθυστερήσει «εβδομάδες, αν όχι μήνες», παρά την εύθραυστη εκεχειρία μεταξύ των ΗΠΑ και του Ιράν.
Η συμφωνία αποκλιμάκωσης, την οποία ανακοίνωσε ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, δημιούργησε αρχικά προσδοκίες για άμεση επαναλειτουργία ενός από τα σημαντικότερα ενεργειακά «σημεία συμφόρησης» στον κόσμο, από το οποίο διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς επανέλαβε ότι η ιρανική ηγεσία έχει συμφωνήσει να ανοίξει τα Στενά, ωστόσο η Τεχεράνη ξεκαθάρισε ότι η διαδικασία θα γίνει υπό αυστηρούς όρους, σε συντονισμό με τις ένοπλες δυνάμεις της και λαμβάνοντας υπόψη τεχνικούς περιορισμούς.
Στην πράξη, η κατάσταση παραμένει εξαιρετικά εύθραυστη και η εμπιστοσύνη της ναυτιλιακής κοινότητας δεν έχει αποκατασταθεί. Τα δεδομένα της S&P Global Market Intelligence δείχνουν ότι η διέλευση πλοίων παραμένει σε οριακά επίπεδα, με μόλις τέσσερις διελεύσεις να καταγράφονται μέσα σε μία ημέρα.
Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με στοιχεία της πλατφόρμας MarineTraffic, περισσότερα από 400 δεξαμενόπλοια φορτωμένα με πετρέλαιο, καθώς και δεκάδες πλοία μεταφοράς LNG και LPG, παραμένουν αγκυροβολημένα εκτός του Περσικού Κόλπου, περιμένοντας σαφείς ενδείξεις ότι η διέλευση είναι ασφαλής.
Αναλυτές επισημαίνουν ότι τα πραγματικά επίπεδα κυκλοφορίας ενδέχεται να είναι ελαφρώς υψηλότερα, καθώς αρκετά πλοία απενεργοποιούν σκόπιμα τα συστήματα εντοπισμού τους για να αποφύγουν πιθανή στοχοποίηση. Παρ’ όλα αυτά, η συνολική δραστηριότητα παραμένει πολύ χαμηλότερη σε σχέση με τα προπολεμικά επίπεδα.
Η αβεβαιότητα ενισχύεται από το γεγονός ότι βασικά ζητήματα, όπως οι όροι διέλευσης, τα πιθανά τέλη και το νομικό πλαίσιο λειτουργίας, δεν έχουν ακόμη καθοριστεί. Η ναυτιλιακή εταιρεία ανάλυσης Windward σημειώνει ότι παραμένει ασαφές κατά πόσο το Ιράν θα διατηρήσει τον έλεγχο των Στενών κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, εκτιμώντας ότι η Τεχεράνη δεν είναι διατεθειμένη να εγκαταλείψει το στρατηγικό της πλεονέκτημα.
Καθοριστικής σημασίας θεωρούνται οι πρώτες 48 ώρες μετά την ανακοίνωση της εκεχειρίας, καθώς αυτές θα επηρεάσουν την απόφαση των πλοιοκτητών για το αν θα επαναλάβουν τις διελεύσεις. Μέχρι στιγμής, ωστόσο, η στάση παραμένει επιφυλακτική.
Οι ειδικοί συγκρίνουν την τρέχουσα κρίση με τις επιθέσεις των Χούθι στην Ερυθρά Θάλασσα το προηγούμενο έτος, οι οποίες προκάλεσαν σημαντικές αναταράξεις στη ναυσιπλοΐα. Όπως σημειώνει ο Νίκος Πετρακάκος, επικεφαλής της εταιρείας διαχείρισης ναυτιλιακών επενδύσεων Tufton, ακόμη και μετά τη συμφωνία κατάπαυσης του πυρός, η κυκλοφορία δεν έχει επιστρέψει στα φυσιολογικά επίπεδα. «Δεν χρειάζεται καν να υπάρξει επίθεση· αρκεί η απειλή», τονίζει χαρακτηριστικά.
Ωστόσο, υπάρχει μια κρίσιμη διαφορά σε σχέση με την Ερυθρά Θάλασσα: οι εναλλακτικές διαδρομές είναι εξαιρετικά περιορισμένες. Όπως εξηγεί ο αναλυτής της Kpler, Παναγιώτης Κροντηράς, ενώ στην περίπτωση της Ερυθράς Θάλασσας τα πλοία μπορούσαν να παρακάμψουν την περιοχή μέσω του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας, στα Στενά του Ορμούζ οι επιλογές είναι περιορισμένες και αφορούν κυρίως αγωγούς. Αυτό ενδέχεται να επιταχύνει την επιστροφή της κίνησης, χωρίς όμως να αναιρεί τις βραχυπρόθεσμες δυσκολίες.
Στο μεταξύ, οι αγορές ενέργειας παραμένουν σε καθεστώς έντασης. Οι τιμές του πετρελαίου Μπρεντ και του αμερικανικού αργού έχουν υποχωρήσει από τα επίπεδα των 110 δολαρίων στα περίπου 97 δολάρια το βαρέλι μετά την ανακοίνωση της εκεχειρίας, ωστόσο εξακολουθούν να βρίσκονται σημαντικά υψηλότερα από τα περίπου 70 δολάρια που ίσχυαν πριν από την κρίση. Οι αναλυτές εκτιμούν ότι το πετρέλαιο θα συνεχίσει να διαπραγματεύεται με «ασφάλιστρο κινδύνου», καθώς οι διαταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα δεν αναμένεται να εξαφανιστούν άμεσα.
Πέρα από το οικονομικό σκέλος, ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στον ανθρώπινο παράγοντα. Οι καπετάνιοι των πλοίων καλούνται να λάβουν κρίσιμες αποφάσεις υπό συνθήκες αβεβαιότητας και αυξημένου κινδύνου. Πολλοί εξ αυτών θεωρούν ότι κανένα οικονομικό κίνητρο δεν επαρκεί για να αντισταθμίσει τον κίνδυνο για τη ζωή τους, γεγονός που εξηγεί τη συνεχιζόμενη διστακτικότητα στην επανέναρξη των διελεύσεων.




























