Απόφαση που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως αυστηροποιεί το πλαίσιο παροχής δεδομένων προς την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) σχετικά με τον πρώην ΟΠΕΚΕΠΕ, καθορίζοντας συγκεκριμένες διαδικασίες πρόσβασης σε στοιχεία, αρμόδιες υπηρεσίες και υψηλά πρόστιμα σε περιπτώσεις μη συμμόρφωσης.
Με τη μεταφορά του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ από την 1η Ιανουαρίου 2026, η φορολογική διοίκηση απόκτησε πρόσβαση σε μεγάλο όγκο δεδομένων που σχετίζονται με αγροτικές επιδοτήσεις, ευρωπαϊκά ταμεία, πληρωμές, συμβάσεις και οικονομικά στοιχεία. Για τον λόγο αυτό κρίθηκε απαραίτητο να θεσπιστεί ένα σαφές πλαίσιο για το ποιοι φορείς υποχρεούνται να παρέχουν στοιχεία και με ποιον τρόπο. Ως υπόχρεοι θεωρούνται δημόσιοι και ιδιωτικοί φορείς, Κέντρα Υποδοχής Δηλώσεων, ανάδοχοι έργων και γενικά οποιοσδήποτε συνεργάζεται με τον οργανισμό και διαθέτει στοιχεία που σχετίζονται με τη λειτουργία του.
Η διαδικασία είναι συγκεκριμένη: η αρμόδια υπηρεσία της ΑΑΔΕ υποβάλλει αίτημα για πρόσβαση σε δεδομένα, στο οποίο πρέπει να αναφέρονται αναλυτικά τα στοιχεία που ζητούνται, η χρονική περίοδος που αφορούν και τα πρόσωπα που θα έχουν πρόσβαση. Ο υπόχρεος φορέας οφείλει μέσα σε προθεσμία που μπορεί να φτάνει έως πέντε ημέρες να παρέχει πλήρη πρόσβαση στα στοιχεία, είτε σε ψηφιακή μορφή είτε σε φυσικά έγγραφα. Αν για παράδειγμα η ΑΑΔΕ ζητήσει στοιχεία πληρωμών αγροτικών επιδοτήσεων συγκεκριμένου έτους από έναν ανάδοχο πληροφοριακού συστήματος, ο ανάδοχος πρέπει μέσα στην προθεσμία να δώσει πρόσβαση στη βάση δεδομένων ή να παραδώσει τα αρχεία που ζητήθηκαν.
Η απόφαση προβλέπει επίσης ότι όλα τα δεδομένα πρέπει να μεταφέρονται με ασφάλεια, με κρυπτογράφηση και καταγραφή κάθε πρόσβασης, ώστε να υπάρχει πλήρης ιχνηλασιμότητα. Σε περίπτωση που ένας φορέας δεν μπορεί να δώσει άμεση πρόσβαση, υποχρεούται να ενημερώσει την ΑΑΔΕ και να παρέχει ισοδύναμα στοιχεία, όπως αντίγραφα ή εξαγωγές δεδομένων, μέσα στο συντομότερο δυνατό χρονικό διάστημα.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν τα πρόστιμα που προβλέπονται για όσους δεν παρέχουν σωστά τα δεδομένα. Οι παραβάσεις χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες. Η πρώτη αφορά μικρές καθυστερήσεις έως δύο εργάσιμες ημέρες χωρίς σοβαρές συνέπειες. Για παράδειγμα, αν μια εταιρεία καθυστερήσει λίγο να στείλει αρχεία που ζητήθηκαν, μπορεί να της επιβληθεί πρόστιμο από 10.000 έως 30.000 ευρώ, ανάλογα αν πρόκειται για φυσικό ή νομικό πρόσωπο.
Η δεύτερη κατηγορία αφορά περιπτώσεις όπου τα στοιχεία που δίνονται είναι ελλιπή ή λανθασμένα ή η καθυστέρηση επηρεάζει ελέγχους ή πληρωμές. Για παράδειγμα, αν δοθούν ελλιπή στοιχεία για πληρωμές επιδοτήσεων και καθυστερήσει έλεγχος, τα πρόστιμα μπορεί να φτάσουν έως 50.000 ευρώ.
Η τρίτη και πιο σοβαρή κατηγορία αφορά άρνηση παροχής στοιχείων, απόκρυψη δεδομένων, παρεμπόδιση ελέγχου ή μεγάλες καθυστερήσεις. Σε αυτές τις περιπτώσεις τα πρόστιμα είναι πολύ υψηλά και μπορούν να φτάσουν έως 100.000 ευρώ ανά παράβαση για νομικά πρόσωπα. Ένα παράδειγμα θα ήταν αν κάποιος ανάδοχος αρνηθεί να δώσει πρόσβαση σε πληροφοριακό σύστημα που διαχειρίζεται δεδομένα πληρωμών ή αν διαπιστωθεί ότι έχουν αλλοιωθεί στοιχεία.
Η διαδικασία επιβολής προστίμου ξεκινά με διαπίστωση της παράβασης από την αρμόδια υπηρεσία, ακολουθεί κλήση σε ακρόαση του υπόχρεου και στη συνέχεια εισήγηση προς τον Διοικητή της ΑΑΔΕ, ο οποίος εκδίδει την πράξη επιβολής προστίμου. Σε κάθε περίπτωση ο υπόχρεος θα έχει δικαίωμα να προσφύγει δικαστικά κατά της πράξης.
Η αυστηροποίηση των διαδικασιών, οι υποχρεωτικές προθεσμίες και τα υψηλά πρόστιμα έως 100.000 ευρώ δείχνουν ότι το κράτος επιχειρεί να αποτρέψει φαινόμενα σαν αυτά που εντοπίσθηκαν από τις εισαγγελιες αρχές στο εν εξελίξει σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ. Στόχος είναι πλέον η πλήρης πρόσβαση της ΑΑΔΕ σε όλα τα δεδομένα, ώστε να υπάρχει συνεχής έλεγχος στις αγροτικές ενισχύσεις και να μην επαναληφθούν παρόμοια φαινόμενα απάτης και κακοδιαχείρισης.































