Η εκτίναξη της διεθνούς τιμής του πετρελαίου στα 120 δολάρια το βαρέλι δημιουργεί σημαντικές πιέσεις στον κρατικό προϋπολογισμό της Ελλάδας για το 2026, ο οποίος είχε καταρτιστεί με βασικό σενάριο τιμών σχεδόν στο μισό επίπεδο. Το οικονομικό επιτελείο είχε υπολογίσει ότι η μέση τιμή του πετρελαίου θα διαμορφωνόταν γύρω στα 62,4 δολάρια το βαρέλι κατά τη διάρκεια του έτους, ωστόσο η σημερινή πραγματικότητα ανατρέπει τις αρχικές προβλέψεις και αναμένεται να επηρεάσει τόσο τα δημόσια οικονομικά όσο και την πραγματική οικονομία.
Ήδη στο οικονομικό επιτελείο εξετάζονται μέτρα στήριξης για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της ενεργειακής ακρίβειας. Ο προϋπολογισμός φαίνεται ότι θα κληθεί να σηκώσει το βάρος ενός νέου fuel pass για τη στήριξη των μετακινήσεων των νοικοκυριών, ενώ δεν αποκλείεται να ενεργοποιηθεί και ένα νέο market pass, σε περίπτωση που οι αυξήσεις στις τιμές ενέργειας μετακυλιστούν περαιτέρω στο κόστος των βασικών αγαθών.
Η Εισηγητική Έκθεση του Κρατικού Προϋπολογισμού 2026 είχε ήδη προβλέψει ένα δυσμενές σενάριο, χρησιμοποιώντας το Oxford Economic Model, το οποίο εξετάζει τις επιπτώσεις μιας αύξησης της διεθνούς τιμής του πετρελαίου κατά 40 δολάρια ανά βαρέλι, υπό την υπόθεση ότι αυτή θα διατηρηθεί σε όλη τη διάρκεια του 2026. Σύμφωνα με την ανάλυση ευαισθησίας, ένα τέτοιο ενεργειακό σοκ θα οδηγούσε σε επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας.
Συγκεκριμένα, το πραγματικό ΑΕΠ θα υποχωρούσε κατά 0,45% σε σχέση με το βασικό σενάριο, περιορίζοντας τον ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης στο 1,9%. Η ιδιωτική κατανάλωση σε σταθερές τιμές εκτιμάται ότι θα μειωνόταν κατά 0,68%, εξέλιξη που αποδίδεται στη συρρίκνωση της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών λόγω της ανόδου του ενεργειακού κόστους. Ακόμη πιο έντονη θα ήταν η επίδραση στις επενδύσεις, καθώς ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου θα κατέγραφε πτώση 0,85% σε πραγματικούς όρους, εξαιτίας του αυξημένου κόστους παραγωγής και της επιδείνωσης των προσδοκιών των επιχειρήσεων.
Αρνητικές θα ήταν οι συνέπειες και στον εξωτερικό τομέα της οικονομίας. Οι εξαγωγές σε σταθερές τιμές θα μειώνονταν κατά 0,30%, ενώ οι εισαγωγές θα υποχωρούσαν κατά 0,64% σε όρους όγκου, ως αποτέλεσμα της χαμηλότερης εγχώριας ζήτησης. Ωστόσο, σε ονομαστικούς όρους η αξία των εισαγωγών θα αυξανόταν σημαντικά, καθώς η άνοδος της τιμής του πετρελαίου θα υπερίσχυε της μείωσης των ποσοτήτων. Ως αποτέλεσμα, το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών θα επιδεινωνόταν κατά 0,23 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ σε σχέση με το βασικό σενάριο.
Ιδιαίτερα ισχυρές θα ήταν και οι πληθωριστικές πιέσεις. Ο δείκτης τιμών καταναλωτή θα αυξανόταν κατά 4,7%, έναντι 2,2% που προβλεπόταν στο βασικό σενάριο. Παρά την επιβράδυνση της πραγματικής οικονομικής δραστηριότητας, το ονομαστικό ΑΕΠ θα κατέγραφε αύξηση 5,5%, δηλαδή κατά 0,9 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερη από το βασικό σενάριο, εξαιτίας της επίδρασης του υψηλότερου πληθωρισμού.
Σε δημοσιονομικό επίπεδο, η αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ θα οδηγούσε σε οριακή βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών. Το συνολικό δημοσιονομικό αποτέλεσμα θα βελτιωνόταν κατά 0,19 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ, ενώ το πρωτογενές αποτέλεσμα κατά 0,16 ποσοστιαίες μονάδες. Παράλληλα, το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης θα μειωνόταν κατά 1,43 ποσοστιαίες μονάδες ως ποσοστό του ΑΕΠ, κυρίως λόγω της θετικής επίδρασης του υψηλότερου πληθωρισμού στον παρονομαστή του λόγου χρέους προς ΑΕΠ. Ωστόσο, η συνολική εικόνα για την πραγματική οικονομία παραμένει επιβαρυμένη, καθώς η ενεργειακή ακρίβεια περιορίζει την ανάπτυξη και πιέζει το διαθέσιμο εισόδημα νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

























