Το μεγαλύτερο βάρος των φοροαπαλλαγών στην Ελλάδα πέφτει στη φορολογία κεφαλαίου, σύμφωνα με τα στοιχεία για το 2024 που παρουσιάζει το ΙΟΒΕ στην τριμηνιαία έκθεσή του για την ελληνική οικονομία.
Από το σύνολο των 22,88 δισ. ευρώ που ανέρχονται οι φορολογικές δαπάνες, ποσοστό 39,6% αφορά απαλλαγές στη φορολογία κεφαλαίου, με τον ειδικό φόρο επί ακινήτων και τον φόρο μεταβίβασης ακινήτων να συγκεντρώνουν το υψηλότερο δημοσιονομικό κόστος, αναδεικνύοντας τον πρωταγωνιστικό ρόλο της ακίνητης περιουσίας στη διάρθρωση των φοροαπαλλαγών.
Η εικόνα αυτή εντάσσεται σε ένα φορολογικό σύστημα που χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερα υψηλό αριθμό απαλλαγών, συνολικά 1.236, γεγονός που κατατάσσει την Ελλάδα μεταξύ των πιο «γενναιόδωρων» χωρών της Ευρώπης.
Το ΙΟΒΕ επισημαίνει ότι, αν και οι φοροαπαλλαγές μπορούν να αποτελέσουν εργαλείο στοχευμένης οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, η εκτεταμένη χρήση τους αυξάνει την πολυπλοκότητα του συστήματος και ενδέχεται να περιορίζει τη διαφάνεια και την αποτελεσματικότητά του.
Δεύτερη σε μέγεθος κατηγορία για το 2024 είναι ο φόρος εισοδήματος νομικών προσώπων, ο οποίος απορροφά το 25,4% των φοροαπαλλαγών. Το μεγαλύτερο κόστος προκύπτει από απαλλαγές εσόδων νομικών προσώπων που σχετίζονται με επιχειρηματική δραστηριότητα, καθώς και από εισοδήματα από μερίσματα ή κέρδη συμμετοχών. Ακολουθεί η φορολογία φυσικών προσώπων με ποσοστό 21,6%, όπου κυριαρχεί η μείωση φόρου για εισοδήματα από μισθωτή εργασία, συντάξεις και ατομική αγροτική δραστηριότητα.
Σημαντικά μικρότερη συμμετοχή στο συνολικό κόστος έχουν άλλες κατηγορίες φόρων, όπως οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης, ο φόρος προστιθέμενης αξίας και ο φόρος ασφαλίστρων. Παρ’ όλα αυτά, η συνολική εικόνα δείχνει ότι οι φοροαπαλλαγές αυξάνονται όχι μόνο σε απόλυτα μεγέθη αλλά και ως ποσοστό των συνολικών φορολογικών εσόδων, καθώς από 6,6% το 2014 ανήλθαν στο 34,2% το 2024.
Το ΙΟΒΕ αποδίδει τη μεγάλη άνοδο κυρίως στις αλλαγές που επήλθαν από το 2021 και μετά, με καθοριστικό ρόλο να παίζουν η αναπροσαρμογή των αντικειμενικών αξιών και η αύξηση του αφορολόγητου ορίου για δωρεές και γονικές παροχές, οι οποίες διεύρυναν σημαντικά το εύρος των απαλλαγών που συνδέονται με το κεφάλαιο και την ακίνητη περιουσία.
Υπό το πρίσμα αυτό, οι αναλυτές του Ιδρύματος επισημαίνουν ότι η κυριαρχία της φορολογίας κεφαλαίου στη διάρθρωση των φοροαπαλλαγών εντείνει τα ερωτήματα για τη σκοπιμότητα και την αποτελεσματικότητά τους, ιδιαίτερα σε μια χώρα με αυξημένες ανάγκες εσόδων.

























