Η αύξηση του μορφωτικού επιπέδου μπορεί να λειτουργήσει ως καθοριστικός παράγοντας για τη μείωση της φοροδιαφυγής και τη βελτίωση της εισπραξιμότητας του ΦΠΑ στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σύμφωνα με νέα μελέτη της Τράπεζας της Ελλάδος.
Η έρευνα, που εξετάζει στοιχεία από 25 χώρες της ΕΕ για την περίοδο 2008–2022, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ενίσχυση της εκπαίδευσης σε όλες τις βαθμίδες συνδέεται συστηματικά με μικρότερα κενά ΦΠΑ, δηλαδή με τη διαφορά ανάμεσα στα αναμενόμενα και τα πραγματικά έσοδα από τον φόρο προστιθέμενης αξίας. Η ανάλυση δείχνει ότι το μέσο κατά κεφαλήν κενό ΦΠΑ ανήλθε στα 296 ευρώ, με ιδιαίτερα έντονες αποκλίσεις μεταξύ των κρατών-μελών, καθώς οι τιμές κυμάνθηκαν από μόλις 75 ευρώ έως και πάνω από 1.550 ευρώ ανά κάτοικο.
Στο σκέλος της εκπαίδευσης, τα αποτελέσματα της οικονομετρικής ανάλυσης δείχνουν ότι η αύξηση των εγγραφών σε όλες τις βαθμίδες συνδέεται στατιστικά με σημαντική μείωση του κενού ΦΠΑ. Ειδικότερα, η αύξηση της συμμετοχής στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση συνδέεται με τη μεγαλύτερη μείωση, ενώ ακολουθούν η δευτεροβάθμια και η τριτοβάθμια εκπαίδευση, με όλους τους σχετικούς συντελεστές να είναι αρνητικοί και στατιστικά σημαντικοί. Σύμφωνα με τα ευρήματα, η ενίσχυση της εκπαίδευσης μεταφράζεται σε χαμηλότερα επίπεδα μη συμμόρφωσης, γεγονός που αποδίδεται στην υψηλότερη φορολογική συνείδηση και στην καλύτερη κατανόηση των θεσμών από τους πολίτες.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται και στους δείκτες διακυβέρνησης. Η μελέτη καταγράφει ότι υψηλότερα επίπεδα διαφθοράς συνδέονται με διεύρυνση του κενού ΦΠΑ, ενώ η βελτίωση της ποιότητας των ρυθμίσεων έχει το αντίθετο αποτέλεσμα, περιορίζοντας τις απώλειες εσόδων. Οι δείκτες διαφθοράς και ρυθμιστικής ποιότητας παρουσιάζουν σημαντική διακύμανση μεταξύ των χωρών, στοιχείο που εξηγεί σε μεγάλο βαθμό τις αποκλίσεις στη φορολογική συμμόρφωση εντός της ΕΕ.
Παράλληλα, τα στοιχεία δείχνουν ότι η οικονομική μεγέθυνση λειτουργεί υποστηρικτικά στη μείωση του κενού ΦΠΑ. Η ανάλυση καταγράφει αρνητική και στατιστικά σημαντική σχέση μεταξύ ρυθμού αύξησης του ΑΕΠ και φορολογικών απωλειών, επιβεβαιώνοντας ότι σε περιόδους ισχυρότερης ανάπτυξης ενισχύεται η εισπραξιμότητα των φόρων. Ωστόσο, οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι οι μακροοικονομικοί παράγοντες από μόνοι τους δεν αρκούν, καθώς οι διαρθρωτικοί παράγοντες, όπως η εκπαίδευση και η θεσμική ποιότητα, εξηγούν σχεδόν το μισό της συνολικής διακύμανσης του κενού ΦΠΑ στα εξεταζόμενα κράτη.


























