Ανεπαρκείς ως προς την ουσιαστική αντιμετώπιση των διαρθρωτικών προκλήσεων στην αγορά εργασίας αποδεικνύονται οι μεταρρυθμίσεις που έχουν εντάξει τα κράτη μέλη της ΕΕ στα εθνικά τους σχέδια για να επωφεληθούν από τον Μηχανισμό Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΜΑΑ), όπως διαπιστώνει το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο (ΕΕΣ) σε έκθεσή του που δόθηκε στη δημοσιότητα και η οποία περιλαμβάνει πλήθος αναφορών στην Ελλάδα.
Παρά την πρόσβαση των κρατών μελών στο ιστορικής κλίμακας χρηματοδοτικό πακέτο των 650 δισ. ευρώ, το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο διαπίστωσε πως οι παρεμβάσεις στην αγορά εργασία καλύπτουν μόνο εν μέρει τις ανάγκες και τις ειδικές ανά χώρα συστάσεις που είχαν δοθεί από το Συμβούλιο της ΕΕ.
Η σύνδεση της χρηματοδότησης του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας με συγκεκριμένες μεταρρυθμιστικές δεσμεύσεις ήταν η πρώτη του είδους για την ΕΕ. Τα κράτη μέλη κλήθηκαν να παρουσιάσουν ένα συνεκτικό σύνολο δράσεων που θα ανταποκρίνεται πλήρως ή σε μεγάλο βαθμό στις συστάσεις του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου, ειδικά στις πολιτικές για την εργασία και την απασχόληση. Ωστόσο, όπως διαπιστώνεται στην έκθεση του ΕΕΣ, οι μεταρρυθμίσεις είχαν περισσότερο τον χαρακτήρα επιφανειακής συμμόρφωσης, παρά ουσιαστικής αλλαγής.
Αν και η υλοποίηση του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη, ωστόσο το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο επισημαίνει ότι η μέχρι στιγμής πρόοδος δεν έχει μεταφραστεί σε μετρήσιμα αποτελέσματα. Αν και πολλές μεταρρυθμίσεις οδήγησαν στη θέσπιση νόμων, τα κράτη μέλη απέτυχαν να αποδείξουν τον πρακτικό αντίκτυπο των μισών από αυτές, κυρίως σε τομείς όπως η δια βίου μάθηση, η στήριξη των ανέργων και η αποδοτικότητα των βοηθημάτων.
Ειδικά για την Ελλάδα το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο αναφέρει ότι η γενική εικόνα που προκύπτει είναι πως, παρά τις φιλόδοξες εξαγγελίες και τις διαθέσιμες ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις, η Ελλάδα παραμένει πίσω ως προς την ουσιαστική αναμόρφωση της αγοράς εργασίας της, με κίνδυνο να χάσει μια κρίσιμη ευκαιρία διαρθρωτικής ανάταξης σε ένα ιδιαίτερα ευνοϊκό θεσμικό και χρηματοδοτικό περιβάλλον.
Παρότι η χώρα συγκαταλέγεται στα κράτη μέλη που ενσωμάτωσαν σειρά μεταρρυθμίσεων στο εθνικό σχέδιο ανάκαμψης, η έκθεση καταδεικνύει ότι η επίδοση της Ελλάδας είναι κατώτερη των προσδοκιών, με σημαντικά κενά ως προς την κάλυψη των διαρθρωτικών προκλήσεων που είχαν εντοπιστεί ήδη από τις ειδικές ανά χώρα συστάσεις των ετών 2019 και 2020.
Σύμφωνα με την ανάλυση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου, οι μεταρρυθμίσεις της Ελλάδας καλύπτουν μόνο εν μέρει τις κρίσιμες προκλήσεις στην αγορά εργασίας, αφήνοντας εκτός σημαντικούς τομείς, όπως η πάταξη της αδήλωτης εργασίας, η βελτίωση του πλαισίου απασχόλησης και η ενίσχυση των ενεργητικών πολιτικών απασχόλησης. Παρά το γεγονός ότι ορισμένες μεταρρυθμίσεις υλοποιήθηκαν εντός του προβλεπόμενου χρονοδιαγράμματος, το βάθος και η αποτελεσματικότητά τους κρίνονται ανεπαρκή για την επίτευξη διαρθρωτικών αλλαγών.
Η έκθεση τονίζει την απουσία κατάλληλων δεικτών και μετρήσεων για την αξιολόγηση του αντίκτυπου των μεταρρυθμίσεων, γεγονός που δυσχεραίνει την αποτίμηση των αποτελεσμάτων. Η Ελλάδα δεν κατάφερε να τεκμηριώσει με σαφήνεια πώς και σε ποιο βαθμό οι παρεμβάσεις της βελτίωσαν τη λειτουργία της αγοράς εργασίας ή αν συνέβαλαν ουσιαστικά στην υλοποίηση των σχετικών συστάσεων από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Επιπλέον, παρά την κοινή σύσταση που απευθύνθηκε το 2023 σε όλα τα κράτη μέλη για ενίσχυση των δεξιοτήτων που σχετίζονται με την πράσινη μετάβαση, η Ελλάδα δεν έχει προχωρήσει με την αναγκαία ταχύτητα σε αυτή την κατεύθυνση.
Αξιοσημείωτο είναι επίσης το γεγονός ότι, σε αντίθεση με άλλες χώρες όπως η Ισπανία και το Βέλγιο, η Ελλάδα δεν αναφέρθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ως παράδειγμα θετικής συνεισφοράς των μεταρρυθμίσεών της στην αναβάθμιση της αξιολόγησης των Συστάσεων Ανά Χώρα. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τα πορίσματα της έκθεσης, ενισχύει την εικόνα ανεπαρκούς υλοποίησης και περιορισμένου αντίκτυπου.
























