Ο υπουργός άφησε σαφώς να εννοηθεί ότι η κυβέρνηση συζητά τη μείωση του αφορολογήτου ορίου των μισθωτών, των συνταξιούχων και των κατά κύριο επάγγελμα αγροτών, προσπάθησε όμως να διασκεδάσει τις εντυπώσεις επισημαίνοντας ότι η διαπραγμάτευση που βρίσκεται σε εξέλιξη αφορά ένα ευρύ φάσμα αλλαγών και δεν περιορίζεται μόνο στα δημοσιονομικά μέτρα, πράγμα που – σύμφωνα με τον υπουργό - σημαίνει ότι θα υπάρξουν και αποφάσεις θετικές για τους πολίτες στην επικείμενη συμφωνία.
«Δεν διαπραγματευόμαστε μόνο για το αφορολόγητο, θέλουμε να κάνουμε και θετικά πράγματα, όπως τα 750 εκατ. ευρώ για το Κοινωνικό Επίδομα Αλληλεγγύης. Δεν μας ενδιαφέρουν μόνο τα πρωτογενή πλεονάσματα αλλά πρέπει να δούμε και άλλα μέτρα», τόνισε χαρακτηριστικά ο υπουργός. Σε άλλο σημείο της συνέντευξής του ο υπουργός επεσήμανε ότι δεν μπορεί να μιλήσει για συγκεκριμένα μέτρα, όπως το αφορολόγητο, αλλά για το συνολικό πακέτο.
Ο κ. Τσακαλώτος έφθασε στο σημείο να «αδειάσει» ακόμη και τον ίδιο τον πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα, ο οποίος πριν από λίγες μέρες σε συνέντευξή του στην «Εφημερίδα των Συντακτών» είχε ισχυριστεί ότι η κυβέρνηση δεν πρόκειται να λάβει ούτε ένα ευρώ νέα μέτρα. Συγκεκριμένα, κληθείς να σχολιάσει τα όσα ανέφερε σε εκείνη τη συνέντευξη ο πρωθυπουργός, ο κ. Τσακαλώτος επεσήμανε ότι σε μια διαπραγμάτευση πάντοτε η κάθε πλευρά θέτει τους δικούς της υψηλούς στόχους και ότι όταν μια τέτοια διαπραγμάτευση είναι σε εξέλιξη δεν είναι δυνατό να βγει ο πρωθυπουργός και να πει επισήμως ότι δεχόμαστε να λάβουμε μέτρα 1% ή 2% του ΑΕΠ! Με τον τρόπο αυτό, ο κ. Τσακαλώτος έδειξε ότι τα όσα υποστήριξε σε εκείνη τη συνέντευξη ο πρωθυπουργός δεν είχα καμία βάση.
Ο υπουργός έσπευσε κατ’ αρχήν να διευκρινίσει ότι: «Θα επιδιώξουμε πολιτική συμφωνία στις 20 Φεβρουαρίου σε όλο το πακέτο. Γι’ αυτό έχουμε καθυστερήσει, γιατί πρέπει να αποφασίσουμε πολλά πράγματα ταυτόχρονα. Θέλουμε πολιτική λύση στις 20 Φεβρουαρίου και μετά θα δούμε τις λεπτομέρειες".
Ο κ. Τσακαλώτος στάθηκε ιδιαίτερα στους ισχυρισμούς του ΔΝΤ πάνω στους οποίους στηρίζονται και τα επιχειρήματά του περί της αναγκαιότητας για σημαντική μείωση του αφορολογήτου ορίου και των συντάξεων. "Μπορώ να ζητήσω από την Κρ. Λαγκάρντ να μην αναφέρεται σε αμφισβητήσιμες μελέτες που λένε ότι το πρωτογενές πλεόνασμα θα είναι 1,5% του ΑΕΠ το 2018 όταν σήμερα είναι 2% χωρίς να έχουμε ισχυρή ανάπτυξη;", διερωτήθηκε ο υπουργός.
Τόνισε δε ότι δεν ζητά ιδιαίτερη μεταχείριση από το ΔΝΤ, αλλά ότι ζητά «να έχουμε ίδια αντιμετώπιση». Επεσήμανε δε χαρακτηριστικά ότι: «Δεν μπορεί (ενν. η κα Λανγκάρντ) να ζητά από εμάς μέτρα τώρα και στους Ευρωπαίους για το χρέος να λέει αργότερα. Θέλουμε το ΔΝΤ να πάρει μια δίκαιη απόφαση. Δεν συγχωρείται να μην ξεκαθαρίζει ποια είναι η θέση της και οι προϋποθέσεις», υπογράμμισε.
Ο κ. Τσακαλώτος εκτίμησε ότι υπάρχει ένα blame game και ότι η Κομισιόν προσπαθεί να ισορροπήσει κάποιες απαιτήσεις χωρών που θέλουν το ΔΝΤ στο πρόγραμμα.
«Εκτός της ΝΔ και ίσως του ΠΑΣΟΚ, δεν υπάρχει κάποιος παίκτης που να θεωρεί ότι φταίει η Ελλάδα για τις καθυστερήσεις», υποστήριξε επίσης ο υπουργός και ξεκαθάρισε ότι δεν υπάρχει τελεσίγραφο 48 ωρών προς την Ελλάδα.
Απαντώντας σε ερώτηση για το πότε ακριβώς προβλέπει να κλείνει η δεύτερη αξιολόγησης ανέφερε ότι: «Οι πιο πολλοί παίκτες θέλουν να κλείσει γρήγορα το θέμα. Υπάρχουν πολιτικά προβλήματα στην ΕΕ αλλά και ανοικτά θέματα στον τραπεζικό κλάδο. Υπάρχει ένα διαφορετικό τοπίο έναντι του 2015. Δεν μπορώ να προσδιορίσω το πότε θα κλείσει το θέμα γιατί αν το πω, μου δένονται τα χέρια στη διαπραγμάτευση». Πρόσθεσε δε ότι: «Εχουμε καταλάβει ότι δεν πρέπει να καθυστερούμε και γι’ αυτό έχουμε κάνει τόσο πολλές μεταρρυθμίσεις. Κάποια πράγματα όμως πρέπει να τα κρατάς πίσω, μέχρι να ανοίξουν και οι άλλοι τα χαρτιά τους. Χρειάζεται μια λύση που θα βοηθά τους πολίτες. Ως διαπραγματευτική ομάδα, δεν είχαμε ποτέ λευκή επιταγή από την κυβέρνηση και το κόμμα».
Ο κ. Τσακαλώτος υποστήριξε εξάλλου ότι η κυβέρνηση θα επιδιώξει να διορθώσει αδικίες της πολιτικής της σε βάρος της μεσαίας τάξης. Ανέφερε συγκεκριμένα ότι: «Αδικήσαμε τη μεσαία τάξη γιατί είχαμε απόλυτη προτεραιότητα την ανθρωπιστική κρίση και την μείωση της φοροδιαφυγής. Με τα έσοδα που θα εισπράξουμε από τη φοροδιαφυγή θα δημιουργηθεί το περιθώριο για να διορθωθούν οι αδικίες».

























