Η Ευρώπη βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα νέο κύμα αβεβαιότητας λόγω του ενεργειακού σοκ που συνδέθηκε με τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, προειδοποίησε ο Άλφρεντ Κάμερ, Διευθυντής του Ευρωπαϊκού Τμήματος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, σε παρέμβασή του από την Ουάσιγκτον, όπου διεξαγόταν η Εαρινή Σύνοδος του Ταμείου. Όπως επεσήμανε, η κρίση αυτή—αν και ηπιότερη σε σχέση με το 2022—επιβάρυνε την ανάπτυξη και ενίσχυσε τον πληθωρισμό, οδηγώντας σε υποβάθμιση των οικονομικών προοπτικών της περιοχής.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του, η ανάπτυξη στην ευρωζώνη αναμενόταν να διαμορφωθεί μόλις στο 1,1% το 2026 και στο 1,3% για το σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με τα στοιχεία να δείχνουν ήδη επιβράδυνση της κατανάλωσης και των επενδύσεων. Παράλληλα, δεν αποκλείστηκε ένα πιο αρνητικό σενάριο, στο οποίο η οικονομία της ΕΕ θα πλησίαζε την ύφεση, ενώ ο πληθωρισμός θα μπορούσε να αγγίξει το 5%.
Ο Άλφρεντ Κάμερ τόνισε ότι οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις βρέθηκαν υπό έντονη πίεση να αντιδράσουν άμεσα και με ορατά μέτρα, ωστόσο προειδοποίησε ότι οι γενικευμένες παρεμβάσεις συχνά αποδείχθηκαν αναποτελεσματικές ή και επιζήμιες σε βάθος χρόνου. Αντίθετα, προέκρινε στοχευμένες πολιτικές στήριξης που προστάτευαν τα πιο ευάλωτα νοικοκυριά χωρίς να στρεβλώνουν την αγορά ή να επιβαρύνουν υπέρμετρα τα δημόσια οικονομικά.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη σημασία της σωστής ισορροπίας μεταξύ νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής. Όπως σημείωσε, οι κεντρικές τράπεζες όφειλαν να διατηρήσουν υπό έλεγχο τις πληθωριστικές προσδοκίες. Στην ευρωζώνη, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα διέθετε περιθώριο να παρακολουθήσει τις εξελίξεις πριν κινηθεί πιο επιθετικά, με πιθανή αύξηση επιτοκίων κατά 50 μονάδες βάσης έως το τέλος του έτους. Αντίθετα, σε οικονομίες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο και σε χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, όπου οι πληθωριστικές πιέσεις παρέμεναν ισχυρές, απαιτούνταν πιο αυστηρή στάση.
Στο δημοσιονομικό πεδίο, ο Κάμερ επισήμανε ότι τα περιθώρια ήταν περιορισμένα, ιδιαίτερα για χώρες με υψηλό χρέος όπως η Γαλλία και η Ιταλία, οι οποίες δεν μπορούσαν να αυξήσουν τα ελλείμματά τους χωρίς να διακινδυνεύσουν τη σταθερότητα των αγορών. Αντίθετα, χώρες με χαμηλότερο χρέος, όπως η Δανία και η Σουηδία, διέθεταν μεγαλύτερη ευχέρεια να στηρίξουν την οικονομία τους.
Παράλληλα, προειδοποίησε για τους κινδύνους των οριζόντιων μέτρων στήριξης, όπως τα πλαφόν στις τιμές ενέργειας και οι γενικευμένες επιδοτήσεις, τα οποία—όπως είχε δείξει η εμπειρία του 2022—ευνοούσαν δυσανάλογα τα υψηλότερα εισοδήματα και αποδυνάμωναν τα κίνητρα για εξοικονόμηση ενέργειας και επενδύσεις. Όπως υπογράμμισε, η στοχευμένη και χρονικά περιορισμένη στήριξη ήταν πιο αποτελεσματική και δημοσιονομικά βιώσιμη.
Ο Διευθυντής του Ευρωπαϊκού Τμήματος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου ανέδειξε επίσης την ανάγκη ενίσχυσης της ανθεκτικότητας της ευρωπαϊκής οικονομίας. Οι υψηλές τιμές ενέργειας και η εξάρτηση από εισαγόμενους πόρους αποτέλεσαν διαρθρωτική αδυναμία, η οποία μπορούσε να αντιμετωπιστεί μέσω της επιτάχυνσης της ενεργειακής μετάβασης, της ολοκλήρωσης της ενιαίας αγοράς ενέργειας και της ενίσχυσης των διασυνδέσεων.
Τέλος, ο Άλφρεντ Κάμερ τόνισε ότι οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις μπορούσαν να προσφέρουν σημαντική ώθηση στην ευρωπαϊκή οικονομία, αυξάνοντας την παραγωγικότητα και κινητοποιώντας σημαντικές ιδιωτικές επενδύσεις. Όπως επεσήμανε, η Ευρώπη δεν είχε την πολυτέλεια να καθυστερήσει και η τρέχουσα κρίση έπρεπε να λειτουργήσει ως καταλύτης για την επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων και την ενίσχυση της ανθεκτικότητας απέναντι σε μελλοντικά σοκ.


























