Οι πράκτορες της ICE βασίζονται όλο και περισσότερο σε μια νέα εφαρμογή smartphone με τεχνολογία σάρωσης και αναγνώρισης προσώπου: τη Fortify.
Η μόνη κίνηση που χρειάζεται να κάνει ο εκάστοτε πράκτορας της ICE είναι να στρέψει απλώς την κάμερα ενός τηλεφώνου στον "στόχο" και τότε η Fortify, σαρώνοντας το πρόσωπο του ατόμου, μπορεί να αντλήσει δεδομένα για αυτό από πολλαπλές ομοσπονδιακές και πολιτειακές βάσεις δεδομένων. Ορισμένες από αυτές τις βάσεις δεδομένων ωστόσο έχουν κριθεί από ομοσπονδιακά δικαστήρια πολύ ανακριβείς για να οδηγήσουν σε εντάλματα σύλληψης.
Το Αμερικανικό υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας (DHS) χρησιμοποιεί την εφαρμογή Fortify για να σαρώσει πρόσωπα και δακτυλικά αποτυπώματα περισσότερες από 100.000 φορές, σύμφωνα με αγωγή που κατατέθηκε στο Ιλινόις και το Σικάγο εναντίον της ομοσπονδιακής υπηρεσίας, αυτόν τον μήνα. Αυτή είναι μια δραστική αλλαγή από την προηγούμενη χρήση της τεχνολογίας αναγνώρισης προσώπου από την υπηρεσία μετανάστευσης, η οποία μέχρι πρόσφατα περιοριζόταν σε μεγάλο βαθμό σε έρευνες και σημεία εισόδου και εξόδου, λένε νομικοί εμπειρογνώμονες.
Η ύπαρξη της εφαρμογής αποκαλύφθηκε για πρώτη φορά το περασμένο καλοκαίρι από την 404 Media, μέσω διαρροών κάποιων email. Η 404 Media έκανε λόγο επίσης, τον Οκτώβριο, για εσωτερικά έγγραφα του DHS που αναφέρουν ότι οι άνθρωποι δεν μπορούν να αρνηθούν τη σάρωση του προσώπου τους από τη Fortify.
{https://twitter.com/IntCyberDigest/status/2012204717292585428}
«Εδώ έχουμε την ICE να χρησιμοποιεί αυτήν την τεχνολογία ακριβώς σε συνθήκες τέτοιες, που οδηγούν στα υψηλότερα ποσοστά ψευδούς αντιστοίχισης», δήλωσε ο Nathan Freed Wessler, αναπληρωτής διευθυντής του έργου ομιλίας, απορρήτου και τεχνολογίας της ACLU. «Ένα ψευδές αποτέλεσμα από αυτήν την τεχνολογία μπορεί να ανατρέψει εντελώς τη ζωή κάποιου». Οι ευρύτερες επιπτώσεις για τη δημοκρατία είναι επίσης ανατριχιαστικές, είπε και σημείωσε πως «η ICE προσπαθεί ουσιαστικά να δημιουργήσει μια κοινωνία βιομετρικών σημείων ελέγχου».
Η χρήση της εφαρμογής έχει προκαλέσει αντιδράσεις στους δρόμους, στα δικαστήρια και στο Καπιτώλιο. Οι διαδηλωτές χρησιμοποιούν διάφορες τακτικές για να αντισταθούν. Μεταξύ αυτών είναι η καταγραφή των μασκοφόρων πρακτόρων, η χρήση κινητών τηλεφώνων και δωρεές καμερών στο ταμπλό του αυτοκινήτου, σύμφωνα με την Washington Post.
Η αντίσταση στη χρήση της αναγνώρισης προσώπου από την ICE βασίζεται σε αμφιβολίες σχετικά με την αποτελεσματικότητα της τεχνολογίας. Η έρευνα έχει εντοπίσει υψηλότερα ποσοστά σφάλματος στην αναγνώριση γυναικών και έγχρωμων από ό,τι στις σαρώσεις λευκών προσώπων. Η χρήση της τεχνολογίας από την ICE συμβαίνει συχνά σε έντονες και γρήγορες καταστάσεις, γεγονός που καθιστά πιθανότερη την εσφαλμένη αναγνώριση. Όσοι σαρώνονται μπορεί να είναι έγχρωμοι. Μπορεί να απομακρύνονται από τους αστυνομικούς επειδή δεν θέλουν να αποκαλυφθεί η ταυτότητά τους. Ο φωτισμός μπορεί επίσης να είναι κακός.
Η αγωγή του Ιλινόις κατά του DHS εξετάζει ιδιαίτερα τη χρήση της εφαρμογής Fortify από την ομοσπονδιακή υπηρεσία και υποστηρίζει ότι η εφαρμογή υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια που επιτρέπει το Κογκρέσο όσον αφορά τη συλλογή βιομετρικών δεδομένων. Η καταγγελία ανέφερε αρκετά παραδείγματα στα οποία ομοσπονδιακοί πράκτορες φάνηκαν να τραβούν φωτογραφίες ή να σαρώνουν Αμερικανούς πολίτες σε όλο το Ιλινόις χωρίς τη συγκατάθεσή τους.
Οι Δημοκρατικοί ζητούν απαγόρευση της εφαρμογής Fortify
Οι Δημοκρατικοί βουλευτές στο Κογκρέσο κατέθεσαν νομοσχέδιο στις 15 Ιανουαρίου που θα απαγόρευε πλήρως στο υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας να χρησιμοποιεί την εφαρμογή Fortify ή παρόμοιες εφαρμογές, εκτός από την ταυτοποίηση στα σημεία εισόδου. Σε επιστολή προς την ICE τον περασμένο Σεπτέμβριο, οι Δημοκρατικοί ζητούν περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την εφαρμογή και δηλώνουν πως «ακόμα και όταν είναι ακριβής, αυτός ο τύπος παρακολούθησης κατ' απαίτηση απειλεί την ιδιωτικότητα και τα δικαιώματα ελευθερίας του λόγου όλων στις ΗΠΑ».
Το DHS ανέφερε σε ανακοίνωσή του ότι η Fortify δεν παραβιάζει τα συνταγματικά δικαιώματα, ούτε θέτει σε κίνδυνο την ιδιωτικότητα. «Λειτουργεί με ένα σκόπιμα υψηλό όριο αντιστοίχισης και υποβάλλει ερωτήματα μόνο σε περιορισμένα σύνολα δεδομένων μετανάστευσης. Η εφαρμογή δεν έχει πρόσβαση σε υλικό ανοιχτού κώδικα, δεν συλλέγει δεδομένα από social media, ούτε βασίζεται σε δημόσια διαθέσιμα δεδομένα», ανέφερε εκπρόσωπος.
Σύμφωνα με το 404 Media, ωστόσο, η βάση δεδομένων της εφαρμογής αποτελείται από περίπου 200 εκατομμύρια εικόνες. «Το app Mobile Fortify δεν έχει αποκλεισμούς, περιορισμούς ή εμπόδια από τα δικαστήρια ή από νομικές οδηγίες. Χρησιμοποιείται νόμιμα σε εθνικό επίπεδο σύμφωνα με όλες τις ισχύουσες νομικές αρχές».
Συχνά χωρίς συγκατάθεση η σάρωση
Παρατηρητές, ειδικοί και τουλάχιστον ένας βουλευτής έχουν δηλώσει ότι οι ομοσπονδιακοί πράκτορες μετανάστευσης συχνά δεν ζητούν συγκατάθεση για τη σάρωση του προσώπου ενός ατόμου ενώ ενδέχεται να απορρίψουν άλλα έγγραφα που αντιβαίνουν σε αυτά τα δεδομένα. Είναι τεκμηριωμένο πως η ICE χρησιμοποιεί βιομετρικά στοιχεία ως οριστικό προσδιορισμό της υπηκοότητας κάποιου ελλείψει ταυτοποίησης.
Αυτό σημαίνει ότι το ICE δεν υποχρεούται να διεξάγει πρόσθετο τσεκάρισμα σάρωσης προσώπου ή έλεγχο για να αποφύγει μια εσφαλμένη ταυτοποίηση. Το 404 Media ανέφερε τον Ιανουάριο ότι η Fortify ταυτοποίησε εσφαλμένα μια κρατούμενη γυναίκα κατά τη διάρκεια μιας επιδρομής μετανάστευσης. Η εφαρμογή βρήκε δύο διαφορετικά και λανθασμένα ονόματα.
«Η αναγνώριση προσώπου - στο βαθμό που θα έπρεπε να χρησιμοποιείται καθόλου - υποτίθεται ότι είναι στην πραγματικότητα ένα σημείο εκκίνησης», τόνισε ο Jake Laperruque, αναπληρωτής διευθυντής του έργου ασφάλειας και επιτήρησης στο Κέντρο για τη Δημοκρατία και την Τεχνολογία (CDT). «Αν το αντιμετωπίσει κάποιος αυτό ως τελικό σημείο, ως οριστική δηλαδή σάρωση, θα έχει σφάλματα και θα καταλήξει να συλλαμβάνει και να φυλακίσει άτομα που δεν είναι στην πραγματικότητα αυτό που λέει το μηχάνημα».
Ο Laperruque λέει ότι ακόμη και τα αστυνομικά τμήματα σε όλη τη χώρα έχουν αντισταθεί στην υπερβολική εξάρτηση από την αναγνώριση προσώπου, αντιμετωπίζοντάς την το πολύ, ως ένα επιπλέον βοήθημα. Τουλάχιστον 15 πολιτείες είναι επιφυλακτικές ως προς τη χρήση της τεχνολογίας αυτής και έχουν νόμους που περιορίζουν τη χρήση της από την αστυνομία. Το 2019, το Σαν Φρανσίσκο έγινε η πρώτη μεγάλη πόλη των ΗΠΑ που απαγόρευσε την τεχνολογία αναγνώρισης προσώπου από την αστυνομία και όλες τις άλλες τοπικές κυβερνητικές υπηρεσίες.
Το υπουργείο Υγείας εξέδωσε οδηγία τον Σεπτέμβριο του 2023, που απαιτούσε από το γραφείο να ελέγξει την τεχνολογία για ακούσια προκατάληψη. Παράλληλα, απαιτούσε επίσης να προσφέρει στους Αμερικανούς πολίτες την επιλογή να εξαιρούνται από σαρώσεις, που δεν διεξάγονται από τις Αρχές. Η οδηγία αυτή φάνηκε να ανακαλείται τον Φεβρουάριο του 2025.
Οι επιτόπιες συλλήψεις της ICE, είτε αφορούν σάρωση προσώπου είτε όχι, έχουν επίσης αποτελέσει αντικείμενο δικαστικών διαφορών. Συχνά αναφέρονται ως «επιτόπιες συλλήψεις Kavanaugh», αφού ο δικαστής του ανώτατου δικαστηρίου έγραψε σε σύμφωνη απόφαση ότι η «φαινομενική εθνικότητα» των ισπανόφωνων κατοίκων μπορεί να είναι ένας «σχετικός παράγοντας», που επιτρέπει σε πράκτορες της ICE να σταματήσουν κάποιον (με αυτά τα χαρακτηριστικά) και να απαιτήσουν την απόδειξη υπηκοότητας. Η ACLU μήνυσε την κυβέρνηση Τραμπ πριν από λίγο καιρό, κατηγορώντας τις ομοσπονδιακές αρχές μετανάστευσης για φυλετικό διαχωρισμό και παράνομες συλλήψεις.
Με πληροφορίες του Guardian




























