Το Μπέη Χαμάμ στη Θεσσαλονίκη, το μεγαλύτερο και σημαντικότερο οθωμανικό λουτρικό συγκρότημα στα Βαλκάνια, άνοιξε ξανά τις πύλες του την Τετάρτη, μετά την ολοκλήρωση των εργασιών αποκατάστασης.
Το Μπέη Χαμάμ επιστρέφει πλέον ως επισκέψιμο μνημείο και ως χώρος φιλοξενίας πολιτιστικών δράσεων, αποκτώντας ξανά ενεργό ρόλο στη ζωή της πόλης. «Πάντοτε η ημέρα που αποδίδει ένα μνημείο το υπουργείο Πολιτισμού σε μια πόλη και στους πολίτες της είναι μια μέρα ξεχωριστή και πολύ περισσότερο όταν η πόλη αυτή είναι η Θεσσαλονίκη, ακριβώς γιατί έχει ένα τεράστιο πολιτιστικό απόθεμα», δήλωσε η υπουργός Πολιτισμού, Λίνα Μενδώνη.
Τα τελευταία χρόνια, το υπουργείο Πολιτισμού υλοποιεί στη Θεσσαλονίκη το μεγαλύτερο έργο των τελευταίων δεκαετιών στην αποκατάσταση και δημιουργία νέων πολιτιστικών υποδομών, επεσήμανε η Λίνα Μενδώνη. «Αυτό το οποίο προείχε για εμάς στις δημόσιες πολιτικές του πολιτισμού είναι να αναδειχθεί όχι αυτοτελώς κάθε ένα μνημείο της Θεσσαλονίκης, αλλά να αναδειχθεί η πολυπολιτισμικότητα της πόλης μέσα από τη δημιουργία πολιτιστικών διαδρομών. Γι' αυτό και επενδύσαμε συστηματικά στα βυζαντινά μνημεία, επενδύσαμε στα οθωμανικά μνημεία», συμπλήρωσε.
Τα μνημεία είναι ζωντανοί οργανισμοί, ανέφερε χαρακτηριστικά. Και όταν ένα μνημείο κοινωνικοποιείται και το αγαπούν οι πολίτες, τότε αυτό προστατεύεται καλύτερα, συμπλήρωσε.
Μπέη Χαμάμ ή Λουτρά Παράδεισος: Οι εργασίες αποκατάστασης
Το Μπέη Χαμάμ, γνωστό επί δεκαετίες στους Θεσσαλονικείς ως «Λουτρά Παράδεισος», αποτελεί το πρώτο δημόσιο κτήριο που ιδρύθηκε στη Θεσσαλονίκη μετά την οριστική κατάκτησή της από τους Οθωμανούς το 1430. Σύμφωνα με την κτητορική επιγραφή στην είσοδο, ανεγέρθηκε το 1444 από τον Μουράτ Β΄ και αποτελεί το παλαιότερο οθωμανικό λουτρό της πόλης και σε ένα από τα σημαντικότερα στα Βαλκάνια.
Ήταν στον πυρήνα της κοινωνικής και εμπορικής ζωής της Θεσσαλονίκης για περίπου πέντε αιώνες. Μετά την ενσωμάτωση της πόλης στο ελληνικό κράτος πέρασε σε ιδιώτες και συνέχισε να λειτουργεί ως λουτρό έως το 1968. Το 1972 απαλλοτριώθηκε από το Δημόσιο και έκτοτε χρησιμοποιήθηκε για εκθέσεις και πολιτιστικές δράσεις.
Οι εργασίες αποκατάστασης ξεκίνησαν τον Νοέμβριο του 2022 και υλοποιήθηκαν από την Εφορεία Αρχαιοτήτων Πόλης Θεσσαλονίκης μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, με προϋπολογισμό 1,5 εκατ. ευρώ. Κύριο αντικείμενο των εργασιών ήταν η συντήρηση του διακόσμου, η αποκατάσταση των εσωτερικών χώρων και τμήματος της στέγης, αλλά και η εγκατάσταση νέων ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων και φωτισμού ανάδειξης.
«Αυτό το μνημείο έχει μια ιδιαίτερη και σημαντική αξία για τους Θεσσαλονικείς. Και η αξία του συνίσταται στο ότι αποτυπώνει ένα κομμάτι της ιστορίας της Θεσσαλονίκης, αυτής της πολύχρωμης, πολυσυλλεκτικής πόλης, και ξαναπιάνει το νήμα της ιστορικής συνέχειας», δήλωσε από πλευράς του ο δήμαρχος Θεσσαλονίκης, Στέλιος Αγγελούδης.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ, Φωτ.: SOOC
































