Από την ιστορία της ανάκαμψης στη δυναμική της διατηρήσιμης ανάπτυξης περνά πλέον η επενδυτική αφήγηση της ΔΕΗ, σύμφωνα με νέα ανάλυση της Morgan Stanley, η οποία ξεκινά την κάλυψη της μετοχής εκτιμώντας ότι ο όμιλος διαθέτει σημαντικά περιθώρια περαιτέρω ανόδου.
Οι αναλυτές του αμερικανικού οίκου επισημαίνουν ότι από το 2019 η ΔΕΗ έχει μετασχηματίσει ουσιαστικά το επιχειρηματικό της μοντέλο και τη βάση των περιουσιακών της στοιχείων. Τα EBITDA του ομίλου αυξήθηκαν από 300 εκατ. ευρώ σε περίπου 2 δισ. ευρώ, η εγκατεστημένη ισχύς από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας υπερδιπλασιάστηκε, ενώ η Ρυθμιζόμενη Περιουσιακή Βάση διαμορφώθηκε στα 5,7 δισ. ευρώ, με τη Morgan Stanley να εκτιμά ότι θα φθάσει τα 7,3 δισ. ευρώ έως το 2030. Παράλληλα, η πελατειακή βάση του ομίλου ανέρχεται πλέον σε περίπου 8,6 εκατομμύρια πελάτες.
Επόμενη πρόκληση η επιτυχής υλοποίηση του επιχειρηματικού σχεδίου
Η επόμενη πρόκληση για τη διοίκηση, σύμφωνα με την ανάλυση, είναι η επιτυχής υλοποίηση του επιχειρηματικού σχεδίου, το οποίο προβλέπει την προσθήκη νέας παραγωγικής δυναμικότητας, την επέκταση των δικτύων διανομής, την περαιτέρω αξιοποίηση της δραστηριότητας λιανικής και τη δημιουργία μιας ευρύτερης περιφερειακής πλατφόρμας ηλεκτρικής ενέργειας.
Με επενδύσεις ύψους 22,2 δισ. ευρώ την περίοδο 2026-2030, η Morgan Stanley προβλέπει σύνθετο ετήσιο ρυθμό αύξησης των προσαρμοσμένων κερδών ανά μετοχή κατά 22% την περίοδο 2025-2030.
Όπως σημειώνει, η ισχυρή παρουσία της ΔΕΗ στην παραγωγή, στη λιανική προμήθεια και στη διανομή ηλεκτρικής ενέργειας σε Ελλάδα και Ρουμανία προσδίδει στον όμιλο ένα πιο ισορροπημένο προφίλ κινδύνου σε σχέση με έναν αμιγώς παραγωγό ηλεκτρικής ενέργειας.
Η δραστηριότητα διανομής προσφέρει σταθερότητα και προβλεψιμότητα στα κέρδη, ενώ η μεγάλη πελατειακή βάση στη λιανική επιτρέπει στην εταιρεία να απορροφά μέρος της αυξανόμενης παραγωγικής της δυναμικότητας. Η ανάλυση επισημαίνει ότι η ΔΕΗ εξακολουθεί να εμφανίζει διαρθρωτικό έλλειμμα παραγωγής, καθώς για το 2025 εκτιμάται ότι θα παράγει 21 TWh ηλεκτρικής ενέργειας, ενώ θα προμηθεύει περίπου 32 TWh στους πελάτες της.
Η προσθήκη νέων μονάδων ΑΠΕ, αποθήκευσης και ευέλικτης παραγωγής εκτιμάται ότι θα μειώσει την έκθεση του ομίλου στη χονδρεμπορική αγορά, θα ενισχύσει τη στρατηγική αντιστάθμισης κινδύνου και θα αυξήσει την αξία που αποκομίζει σε ολόκληρη την αλυσίδα της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στη Ρουμανία, η οποία έχει εξελιχθεί στη δεύτερη σημαντικότερη αγορά του ομίλου, συνεισφέροντας περίπου το 22% των ενοποιημένων EBITDA μετά την εξαγορά των περιουσιακών στοιχείων της Enel. Παράλληλα, η ΔΕΗ έχει ήδη επεκταθεί στην Ιταλία, τη Βουλγαρία και την Κροατία, διατηρώντας σημαντικές προοπτικές ανάπτυξης στις αγορές της Κεντρικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης.
Η Ελλάδα βασική αγορά του ομίλου
Παρά τη διεθνή επέκταση, η Ελλάδα παραμένει η βασική αγορά του ομίλου, καθώς εκτιμάται ότι θα απορροφήσει το 52% των επενδύσεων της περιόδου 2026-2030 και θα εξακολουθήσει να συνεισφέρει περίπου το 63% των EBITDA έως το τέλος της δεκαετίας.
Ξεχωριστό κεφάλαιο στην ανάλυση αποτελούν τα κέντρα δεδομένων, τα οποία η Morgan Stanley χαρακτηρίζει ως πιθανή σημαντική πρόσθετη πηγή αξίας. Η διοίκηση της ΔΕΗ εξετάζει την ανάπτυξη δυναμικότητας έως 2 GW στην Ελλάδα και επιπλέον 2 GW σε άλλες αγορές, υπό την προϋπόθεση ότι θα επιβεβαιωθεί η ζήτηση από τους μεγάλους διεθνείς παρόχους υπηρεσιών cloud.
Παρά τη σημαντική ανατίμηση της μετοχής από τις αρχές του έτους, ο αμερικανικός οίκος εξακολουθεί να διακρίνει περιθώρια περαιτέρω ανόδου και θέτει τιμή-στόχο τα 27 ευρώ ανά μετοχή για τον Δεκέμβριο του 2027.
Ωστόσο, η Morgan Stanley επισημαίνει ότι ο βασικός κίνδυνος για την επενδυτική υπόθεση παραμένει η εκτέλεση του επιχειρηματικού σχεδίου. Καθυστερήσεις στις επενδύσεις, αυξημένο κόστος, αδειοδοτικά εμπόδια, χαμηλότερες τιμές απορρόφησης της παραγωγής από ΑΠΕ, περικοπές παραγωγής, ασθενέστερη ζήτηση από τα data centers ή αυξημένες ρυθμιστικές πιέσεις θα μπορούσαν να επηρεάσουν αρνητικά τις προοπτικές ανάπτυξης του ομίλου. Από την άλλη πλευρά, ταχύτερη υλοποίηση των επενδύσεων, υψηλότερες αποδόσεις από τα έργα ΑΠΕ και αποθήκευσης ή νωρίτερη ανάπτυξη των κέντρων δεδομένων θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ακόμη καλύτερες επιδόσεις από τις σημερινές προβλέψεις.






























